Greek Reports (Ελληνικά)

O «άγνωστος» Γιώργος Ζάγκαλης

Την Κυριακή, 25 Απριλίου 2021, στο Alphington Grammar της Μελβούρνης, η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτωρίας, το Συνδικάτο εργαζομένων στα τραίνα, στα τραμ και στα λεωφορεία, καθώς και άλλοι ομογενειακοί και ευρύτεροι φορείς εκπροσώπησης, διοργανώνουν εκδήλωση για να τιμηθεί η μνήμη και η προσφορά του συνδικαλιστή, πρωτεργάτη του πολυπολιτισμού στην Αυστραλία, ακτιβιστή των δικαιωμάτων των εθνικών μειονοτήτων και μεταναστών και ενεργού κομμουνιστή πολίτη Γιώργου Ζάγκαλη.

Με αφορμή αυτήν την εκδήλωση, καταθέτω σήμερα ορισμένες ενδεικτικές μαρτυρίες για «άγνωστες» πτυχές της ζωής του.

Ο Γιώργος Ζάγκαλης με την σύζυγό του Cavell, τον γαμπρό του Shaun και τα εγγόνια του Γεωργία και Άρη. Φώτο: Supplied

Στόχος του άρθρου είναι να κατανοήσουμε καλύτερα τους παράγοντες που επηρέασαν και που κινητοποιούσαν το Ζάγκαλη στο δημόσιο βίο για περισσότερα από 70 χρόνια, εξετάζοντας τα βιώματα, την εποχή του, τις συνήθειές του, τον οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο.

Για παράδειγμα, γνωρίζουμε τη σχέση του με τη μητέρα του, την άλλη Ελένη, όπως υποτιτλοφόρησε το σχετικό βιβλίο του «Ωδή στη μάνα», που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια στη Μελβούρνη.

Δε γνωρίζουμε, όμως, σχεδόν τίποτα για τον πατέρα του Παντελή Ζάγκαλη, η παρουσία του οποίου στη ζωή του θεωρώ πως υπήρξε καταλυτική για την περαιτέρω εξέλιξή του.

Ο γεννημένος το 1887 Παντελής Ζάγκαλης , στις αρχές του 20ού αιώνα έζησε στη Σμύρνη όπου είχε φούρνο ο πατέρας του, φοίτησε στη φημισμένη Ευαγγελική Σχολή της πόλης και έμαθε συν τοις άλλοις να μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά και Τουρκικά.

Στα 1910 ο Παντελής Ζάγκαλης βρέθηκε και εργάστηκε για λίγο στην Αμερική, ενώ στην Αυστραλία πρωτοήρθε και έμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα το 1923.

Ο Παντελής Ζάγκαλης ήταν λογιστής στο επάγγελμα και εργάστηκε για ιδιωτικές εταιρείες σε πολλά μέρη της Ελλάδας τις δεκαετίες του 1920, 1930, 1940 κ.λπ. Γύρω στα 1945 τον βρίσκουμε στη Θεσσαλονίκη, όπου μεταφέρθηκε αρχικά ως αιχμάλωτος των Γερμανών και αυτοπαρουσιάζεται ως έμπορος.

Θυμάμαι σχετική κουβέντα μας με τον Γιώργο, όπου ο ίδιος μου ανέφερε ότι επειδή ο πατέρας του μετακινείτο συνεχώς λόγω δουλειάς από πόλη σε πόλη, έζησε και αυτός σε διάφορες περιόδους της ελλαδικής του ζωής στη Θεσσαλονίκη, στις Σέρρες και στην Αθήνα.

Τελευταίος τόπος κατοικίας του στην Ελλάδα, λίγο πριν φύγει για την Αυστραλία μέσω Αιγύπτου, το Δεκέμβριο του 1949, ήταν το προάστιο της Αθήνας Κηφισιά. Ήταν απόφοιτος Ελληνικού Γυμνασίου όταν έφυγε, και όλα τα σχετικά έγγραφα που χρειάστηκε να συμπληρώσει για να έρθει στην Αυστραλία είχαν συμπληρωθεί από τον ίδιο στα Αγγλικά.

Το ελληνικό διαβατήριο του Γιώργου Ζάγκαλη με το οποίο ταξίδεψε στην Αυστραλία, το Δεκέμβριο του 1949. Φώτο: Supplied

Η διγλωσσία του, οι ικανότητές του, αλλά και η ιστορική συγκυρία, του επέτρεψαν να αναλάβει σχεδόν με το που ήρθε στη Μελβούρνη, στις 15 Φεβρουαρίου 1950, ηγετικές θέσεις στην αριστερή ομογένεια, αλλά και στην αριστερή Αυστραλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα Αυστραλίας (ΚΚΑ), τα συνδικάτα, το διεκδικητικό κίνημα των μεταναστών.

Μέλη του Εργατικού Συνδέσμου «Δημόκριτος» στη Μελβούρνη που δεν ζουν πια, έλεγαν στις αφηγήσεις τους ότι οι μόνοι αριστεροί Έλληνες μετανάστες στις αρχές της δεκαετίας του 1950 που γνώριζαν «γράμματα» ήταν ο Γιώργος Ζάγκαλης και ο Τάκης Γκόγκος. Άλλοι αριστεροί «εγγράμματοι» της εποχής ήταν ο Διονύσης Σκιώτης και ο Πάνος Γεροντάκης.

Ο Γιώργος ποτέ δεν έδιωξε από το μυαλό του και, πρωτίστως,,από την καρδιά του το «Δημόκριτο», την οργάνωση που τον υποδέχτηκε και τον αγκάλιασε πολιτικά όταν έφτασε στην Αυστραλία.

Ο σκληρός και ενίοτε εγωκεντρικός Ζάγκαλης, έβγαζε γλύκα στο πρόσωπό του και στις αφηγήσεις του, όταν αναφερόταν στον Εργατικό Σύνδεσμο Δημόκριτος.

Από την πρώτη στιγμή, αλλά και κατά τη διάρκεια της ζωής και της δράσης του στην Ωκεανία, ποτέ δεν αισθάνθηκε μειονεκτικά στις συνεργασίες του, ή στις αντιπαραθέσεις του με την πολιτισμικά κυρίαρχη ομάδα των βρετανικής και κελτικής καταγωγής Αυστραλών.

Είχε μια αυτοπεποίθηση που εγώ προσωπικά θεωρώ είχε σχέση και με τα παιδικά και εφηβικά του βιώματα, με τις ταξικές του καταβολές , έτσι όπως οριοθετήθηκαν από το ειδικό κοινωνικό βάρος του πατέρα του Παντελή.

Ο Γιώργος Ζάγκαλης στη ζωή του είχε την αυτοπεποίθηση, καθώς και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά όσων προέρχονται από την αστική τάξη, ή από τα ανώτερα στρώματα της μεσαίας τάξης.

Η ταξική του αυτοπεποίθηση μας βοηθάει επιπλέον να κατανοήσουμε καλύτερα την άνεσή του και την επαφή του με τη σκέψη, με τα γράμματα, με τις τέχνες, με τους καλλιτέχνες.

Όσοι και όσες τον έζησαν για χρόνια από σχετικά κοντά, γνωρίζουν πως είχε πολύ καλή σχέση με τους νεότερους. Είτε αυτοί και αυτές ήταν μικρά παιδιά, στα οποία τραγουδούσε παιδικά τραγούδια και νανουρίσματα της Ηπείρου, είτε μεγαλύτεροι στους οποίους έκανε καθοδήγηση, συζήτηση και αν ήταν και ομοϊδεάτες του τραγουδούσε μαζί τους αντάρτικα τραγούδια.

Είχε φωνή βαρύτονου και οι σύντροφοί του στο ΚΚΑ τον θυμούνται στη χορωδία του κόμματος, ή μαζί με τον κουμπάρο του και πρώην δήμαρχο Collingwood και πολιτειακό Εργατικό βουλευτή Richmond Θόδωρο Σιδηρόπουλο, να τραγουδούν μαζί τη «Διεθνή».

Κάρτα μέλους του 1950 του Εργατικού Συνδέσμου της Μελβούρνης «Δημόκριτος». Φώτο: Supplied

Γλυκές αναμνήσεις από τον Γιώργο Ζάγκαλη με την ιδιότητα του πατέρα, ή του θείου, έχουν και ανίψια του από τους συγγενείς της Αγγλοαυστραλής συζύγου του Cavell, που πριν τη συνταξιοδότησή της ήταν εκπαιδευτικός και διευθύντρια σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Με την Cavell παντρεύτηκε το Δεκέμβριο του 1968, έχοντας ως μάρτυρες τον πατέρα του Παντελή και τη στενή φίλη της γυναίκας του και πρώην Εργατική υπουργό της Βικτώριας Caroline Hogg. Mε τη δυναμική του σύζυγο, ο Γιώργος μοιράστηκε 53 χρόνια της ζωής. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά τον Παντελή και τη Βάσω, και χάρηκαν τέσσερα εγγόνια.

Τα καλοκαίρια, όταν έβραζε ο τόπος στη Numurkah, πόλη κοντά στο Shepparton από την οποία κατάγεται η Cavell, ο Γιώργος πήγαινε τα μικρά παιδιά στην πισίνα, στους γιατρούς όταν τους τσιμπούσαν έντομα, ή έκανε μπάρμπεκιου σε οικογενειακά ανταμώματα, όπου πάντα τα κρέατα ήταν παραψημένα, για τα γούστα των Αγγλοαυστραλών συγγενών του!

Στο «καταφύγιο» του στο Wandiligong, χωριό της βορειοανατολικής Βικτώριας , πήγαινε μέχρι και πρόσφατα τα καλοκαίρια και τις σχόλες της Αυστραλίας. Πήγαινε για να διαβάσει, να γράψει, αλλά και για να περπατήσει στη φύση με τη γκλίτσα του.

Μετά τη συνταξιοδότησή του, τα ελληνικά καλοκαίρια ταξίδευε πάντα στην Ελλάδα. Στην Καισαριανή στην Αθήνα, όπου ζει ακόμη ο μικρότερος αδελφός του ο Κώστας, αλλά κυρίως στο χωριό του και στο σπίτι του στους Δρυμάδες Πωγωνίου. Αγαπούσε και το Wandiligong και τους Δρυμάδες, γι’ αυτό άφησε παραγγελιά οι στάχτες του να σκορπιστούν και στους δύο τόπους.

Ως επίλογο αυτής της σύντομης αναφοράς στον «άγνωστο» Γιώργο Ζάγκαλη, καταθέτω, χωρίς να ερμηνεύσω, τα εξής περιστατικά, που φανέρωναν, νομίζω, βαθύτερες οντολογικές του ανάγκες.

Μέχρι το 1998 που έφυγα για την Ελλάδα, κάθε φορά που ο Γιώργος αναφερόταν στο γιο του, τον αποκαλούσε με την αγγλική εκδοχή του ονόματός του, τον φώναζε Paul.

Την τελευταία δεκαετία όμως, ίσως και περισσότερο, οι ονομαστικές αναφορές στο γιο του γίνονταν με το ελληνικό του όνομα, Παντελή τον φώναζε, όπως λέγανε τον πατέρα του.

Το στερνοπαίδι του η Βάσω, ήταν η πρώτη που αντίκρισα μετά το θάνατό του τον περασμένο μήνα, όταν πήγα σπίτι του να συλλυπηθώ την οικογένεια του. Ντυμένη πατόκορφα στα μαύρα όπως την είδα, μόνο το τσεμπέρι της έλλειπε, μου θύμισε ορεσίβιες Ηπειρώτισσες περασμένων αιώνων, γυναίκες που θρηνούσαν και μοιρολογούσαν αγαπημένους τους νεκρούς.

Οι πρώτες κουβέντες που ξεστόμισε η Βάσω ήταν «Ο μπαμπάς μου είπε να πάρω και δασκάλα Ελληνικών στο σπίτι για τα παιδιά μου. Να μην τα αφήσω μόνο με το Σαββατιανό σχολείο».

Ξόδευε χρόνο πολύ με τα εγγόνια του ο Γιώργος στα βαθιά του γεράματα. Όσο καιρό μπορούσε ακόμη να οδηγεί, πήγαινε συχνά τα μικρά παιδιά της κόρης του στο Ελληνικό Σχολείο της Κοινότητας στην πόλη.

Και η ποιότητα των προφορικών Ελληνικών του εγγονού του Άρη για παράδειγμα, που πάει νηπιαγωγείο, αποδεικνύει το αληθές του λόγου μου, νομίζω.

Μπορεί ο Γιώργος Ζάγκαλης να πέρασε τα 71 από τα 90 χρόνια της ζωής του στην Αυστραλία, αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι πρώτα από όλα και πάνω από όλα, ένας Ηπειρώτης, ένας Έλληνας κομμουνιστής. Δεν ξέχασε ποτέ από πού κρατούσε η σκούφια του.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button