Greek Reports (Ελληνικά)

Η ΕΔΕΚ και το ζήτημα της διζωνικής

«Η ΕΔΕΚ επαναλαμβάνει ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία ούτε ως ονοματολογία, ούτε ως περιεχόμενο της λύσης του κυπριακού.

Η Ομοσπονδία δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη Διζωνικότητα και πολύ περισσότερο με τη Δικοινοτικότητα… 41 χρόνια μετά την εισβολή του 1974 και την κατοχή του 37% της πατρίδας μας, θα έπρεπε να ήταν πολύ καλά γνωστός ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας αναφορικά με την Κύπρο, όπως επιβεβαιώνεται από σωρεία στοιχείων».

Το άνωθι απόσπασμα αποτελεί μέρος της ιστορικής απόφασης, την οποία έλαβε το 2015 η ΕΔΕΚ για την απόρριψη της διζωνικής ομοσπονδίας, ως βάσης λύσης του Κυπριακού και το οποίο επιτέμνει την πολιτική φιλοσοφία επί της οποίας εδράζεται η συγκεκριμένη απόφαση.

Κατ’ αρχάς, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κάποιος με αυτή την πολιτική θέση, είναι ιστορικό γεγονός ότι η ΕΔΕΚ είχε διαφωνήσει με θεσμική απόφαση ήδη από το 1977 με την επιλογή τότε για αποδοχή της διζωνικής ομοσπονδίας. Το ότι αναγκάστηκε το 2015 να επαναδιατυπώσει αυτή τη θέση οφείλεται στην αποδοχή των ομοφώνων προτάσεων του εθνικού συμβουλίου το 1989. Έκτοτε η ΕΔΕΚ είχε εισέλθει σε ένα νεφελώδες πολιτικό πλαίσιο μέσω του οποίου μακροπροθέσμως είχε προκαλέσει σύγχυση ακόμη και στα στελέχη της σε σχέση με το επιδιωκόμενο μοντέλο λύσης στις διαπραγματεύσεις.

Ουδείς πλέον αμφιβάλλει σήμερα ότι το Κυπριακό απέχει πολύ από το να ευρίσκεται πλησίον των στόχων και των παραστάσεων της λύσεως όπως η ελληνική πλευρά τους διεμόρφωσε αμέσως μετά την εισβολή και ακόμη περισσότερο όταν η πολιτική ηγεσία έκανε τον ούτω καλούμενο «οδυνηρό συμβιβασμό» υπέρ της διζωνικής το 1974. Ελάχιστοι, όμως, αμφιβάλλουν ότι οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος διολισθαίνουν βαθμιαία και σταθερά προς τις τουρκικές θέσεις. Αυτό οφείλεται στη, θεμελιακής σημασίας για την πορεία του Κυπριακού, αποδοχή της διζωνικής ομοσπονδίας ως βάσης λύσης του Κυπριακού, μετά το 1974 εκ μέρους της ελληνικής πλευράς. Μοντέλο λύση το οποία, όπως συνάγεται από επισταμένες αρχειακές έρευνες δρομολόγησαν Βρετανοί και Τούρκοι πολύ πριν την εισβολή.

Τον στρατηγικό αυτό εγκλωβισμό, στον οποίο έχει περιέλθει η ελληνική πλευρά, γνωρίζει πολύ καλά ο διεθνής παράγοντας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνεύεται και η διαλεκτική της αρνητικότητας που ανέπτυξαν και συνεχίζουν να αναπτύσσουν οι ξένοι διαμεσολαβητές. Προσπαθούν να δημιουργήσουν μία υποκειμενική πραγματικότητα έχοντας την απαίτηση από την ελληνική πλευρά να βλέπει το πρόβλημα και συνεπώς τη λύση του μέσα από την δική τους οπτική. Έτσι προσπαθούν να δημιουργήσουν παραστάσεις λύσεως μέσω της διαλεκτικής της αρνητικότητας, κραδαίνοντας από μια την απειλή της τελευταίας ευκαιρίας και από την άλλη την απειλή της νομιμοποίησης της διχοτόμησης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η τελεολογία που κατασκευάζεται και προσφέρεται ως διέξοδος είναι τραγική.

Στην ουσία ποιά επιλογή προδιαγράφεται για την ελληνική πλευρά; Αποδεχθείτε όσο το ταχύτερον μία ολιγότερο επώδυνη λύση. Με άλλα λόγια, η Ελληνοκύπριοι δεν έχουν πολλά περιθώρια ελιγμών, και αυτό οφείλεται στα αδιέξοδα στρατηγικής, άρα οι προσπάθειές τους, τελολογικά, θα πρέπει να κατευθύνονται σύμφωνα με την πορεία που χάραξαν οι ξένοι διαπραγματευτές. Η διαπίστωση αυτής της πραγματικότητας σε επίπεδο μιας πολιτικής ανάλυσης είναι δυσάρεστο γεγονός, το να γίνεται όμως πρακτική της πολιτικής ηγεσίας είναι συνάμα τραγικό.

Μετά το 1974, η στρατηγική Αθηνών και Λευκωσίας έχει εναποθέσει τις ελπίδες επίλυσης του προβλήματος, σχεδόν αποκλειστικά, στην ψευδαίσθηση πως τόσο ο εμπλεκόμενος αμερικανοβρετανικός παράγοντας όσο και ο ΟΗΕ, θα ερμηνεύσουν το διεθνές δίκαιο όχι με κριτήριο τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες αλλά στη λογική αντικειμενικών αρχών «διεθνούς νομιμότητας». Με αυτό τον τρόπο, αντί το διεθνές δίκαιο να ενισχύει την ελληνική πλευρά, οι λανθασμένες εκτιμήσεις για το ρόλο του στις διακρατικές σχέσεις προκάλεσε σταδιακά την αποδυνάμωσή της, την εγκατάλειψη πιο αποτελεσματικών προσεγγίσεων και την σταδιακή επικράτηση των πολιτικών θέσεων της Τουρκίας.

Από την επικράτηση της θέσης ότι η επιδίωξη της αυτοδιάθεσης την δεκαετία του 1950 από τον Κυπριακό λαό ήταν άδικη και λανθασμένη που κυριάρχησε μετά το 1974, σήμερα η ελληνική πλευρά έχει διολισθήσει σε ένα πλαίσιο λύσης που στηρίζεται στη λογική ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν έχουν δικαίωμα διαβίωσης στο πλαίσιο ενός ανεξάρτητου κράτους υπό συνθήκες ελευθερίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πως με βάση την αμετατόπιστη και αναλλοίωτη ηγεμονική παράσταση που επέβαλε η Τουρκία μετά το 1974, έχει δικαίωμα στρατηγικής εποπτείας της Κύπρου.

Το αποτέλεσμα αυτής της λογικής αποκρυσταλλώνεται στο σημερινό πλαίσιο επίλυσης του προβλήματος στη βάση της διζωνικής ομοσπονδίας, το οποίο χαρακτηρίζεται ως μία προσπάθεια ελαφράς βελτίωσης της υφιστάμενης κατάστασης με κάποιες «συνοριακές  διευθετήσεις» και με κάποιες πολιτειακές ρυθμίσεις. Παράλληλα, η αδυναμία της ελληνικής στρατηγικής δημιουργεί διαρκώς κίνητρα στην Τουρκία και στους διεθνείς διαμεσολαβητές πως η υποχωρητικότητα της ελληνικής πλευράς είναι άνευ ορίων, εφόσον αυτή συνεχίζει να παραμένει εγκλωβισμένη και να τρέφεται ενδόμυχα από τη διαλεκτική της αρνητικότητας.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα έχουν γίνει και αποφασιστεί εν ονόματι της διζωνικής ομοσπονδίας, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής μας ευθανασίας και το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά τεχνουργούνται με την απροσμάχητη ανακουφιστική εκλογίκευση της «αδήριτης ανάγκης» και του χρόνου που δήθεν λειτουργεί σε βάρος μας.

Συνεπώς, η απόφαση της ΕΔΕΚ αποτελεί όχι μόνο αμφισβήτηση της συμβατικής σοφίας με την οποία έγινε η ελληνική διαχείριση του Κυπριακού από το 1974 και εντεύθεν αλλά και αντανάκλαση του πιεστικού αιτήματος της κοινωνικής βάσης προς την πολιτική ηγεσία του τόπου για επαναχάραξη στρατηγικής στο Κυπριακό.

  • Σύμβουλος του Προέδρου της ΕΔΕΚ για το Κυπριακό και Υποψήφιος Βουλευτής Λεμεσού

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button