Greek Reports (Ελληνικά)

Η ανεξαρτησία και η συνεργασία των εξουσιών

Διαβάζοντας το άρθρο του συμπολίτη και φίλου Χρήστου Παναγιωτίδη που δημοσιεύθηκε στες εφημερίδες ‘Αλήθεια’και ‘Cyprus Mail’ την Κυριακή 21 Ιουνίου, αισθάνθηκα την ανάγκη να προσθέσω και τη δική μου φωνή στα όσα, ως συνήθως, τόσα εύστοχα έχει επισημάνει και εισηγηθή.

Το θέμα της σχέσης μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας ανάγεται στα θεμελιακά της συνταγματικής τάξης ιδιαίτερα στα προεδρικά πολιτεύματα όπως της Κύπρου.

Διάλεξη στο Colloquium της Agora Dialogue

Ενώ σε όλα τα σύγχρονα δημοκρατικά συντάγματα αναγνωρίζεται η αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών ώστε να αποφεύγεται ο απολυταρχισμός, πρωτίστως όσον αφορά τη δικαστική εξουσία ως αποκλειστικού κριτή της νομιμότητας, παράλληλα υφίσταται και η ανάγκη αρμονικής συναντίληψης και συνεργασίας μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας ώστε να διασφαλίζεται ο κοινός σκοπός των δύο που είναι το καλό της πολιτείας.

Αυτό μπορεί να επιτευχθή με δύο τρόπους. Αφ’ ενός με συνταγματικές ρυθμίσεις οι οποίες αποσκοπούν στη λεγόμενη ισορροπία των εξουσιών ώστε, ενώ διατηρείται η ανεξαρτησία της κάθε μιας, συγχρόνως υπάρχει μια αλληλεπίδραση μεταξύ τους για να αποφεύγεται η καταχρηστική άσκηση των ανεξάρτητων αρμοδιοτήτων. Τέτοιες ρυθμίσεις είναι, προς όφελος μεν της Βουλής η έγκριση από τη Βουλή των διορισμών που κάνει ο Πρόεδρος σε ανώτατα πολιτειακά αξιώματα ώστε να υπάρχη σχετική συναίνεση, που δυστυχώς δεν υπάρχει στο Κυπριακό Σύνταγμα και θα ήταν ωφέλιμο να εισαχθή, προς όφελος δε του Προέδρου ο περιορισμός της εξουσίας της Βουλής να νομοθετή σε θέματα τα οποία απαιτούν οικονομική δαπάνη χωρίς την πρωτοβουλία του Υπουργικού Συμβουλίου ώστε να μην εκτρέπεται η κυβερνητική πολιτική. Και αφ’ετέρου με τέτοιο εκλογικό συσχετισμό των αφορώντων τες δύο εξουσίες ώστε στην πράξη να μην ανταγωνίζεται η μία την άλλη αλλά να συνεργάζονται, με την αντίληψη ότι η ανεξαρτησία των δύο εξουσιών δεν σημαίνει και εγγενή αντιπολίτευση τους. Τα όσα ακολουθούν αφορούν τη δεύτερη αυτή πτυχή του θέματος.

Για να είναι αποτελεσματικό ένα Προεδρικό σύστημα πρέπει, όπως επισημαίνει ο Χρήστος Παναγιωτίδης, να υπάρχη μια γενική έστω αντιστοιχία μεταξύ των εκλογικών κομματικών δεδομένων των δύο εξουσιών. Αφού και οι δύο προέρχονται από τη λαική κρίση, δεν είναι δυνατό ο ίδιος ο λαός να θέλη τέτοια αντιφατική στάση της μιας προς την άλλη ώστε ουσιαστικά να αναιρείται η εντολή του και οι προσπάθειες να αναλώνονται σε ευκαιριακές κομματικές συμμαχίες και συμβιβαστικές συνδιαλλαγές που εξευτελίζουν την πολιτική ζωή όσο και τη λαική εντολή. Η επιτυχία του Προεδρικού συστήματος στες ΗΠΑ έγκειται πρωτίστως στο ότι υπάρχουν μόνο δύο μεγάλα κόμματα από το ένα εκ των οποίων και προέρχεται ο εκάστοτε Πρόεδρος, είναι δε σύνηθες στες Προεδρικές εκλογές, οι οποίες διεξάγονται συγχρόνως με εκείνες της Βουλής των Αντιπροσώπων και του ενός τρίτου της Γερουσίας, να επιτυγχάνεται επικράτηση του ίδιου κόμματος τόσο στες Προεδρικές εκλογές όσο και σε εκείνες της Βουλής των αντιπροσώπων αν όχι και σε εκείνες της Γερουσίας. Όσες φορές έγινε αυτό, ο Πρόεδρος μπόρεσε να εφαρμόση αποτελεσματικά το πρόγραμμα του με τη στήριξη των δύο νομοθετικών σωμάτων, όπως είδαμε ιδιαίτερα με το New Deal του Roosevelt, ενώ όσες φορές ο Πρόεδρος δεν εξασφάλιζε την πλειοψηφία και στη Γερουσία (αφού μόνο το ένα τρίτο της ανανεώνεται στες εκάστοτε εκλογές που συμπίπτουν με τες Προεδρικές), συναντούσε τεράστιες δυσκολίες στη διακυβέρνηση του.

Είναι λοιπόν επάναγκες, αν το Προεδρικό σύστημα στην Κύπρο θα είναι αποτελεσματικό, να γίνουν τομές στο εκλογικό σύστημα. Η αύξηση του ποσοστού εισόδου των κομμάτων στη Βουλή στα επίπεδα άλλων χωρών και η ταυτόχρονη διεξαγωγή των Προεδρικών και των Βουλευτικών εκλογών, όπως εισηγείται ο Χρήστος Παναγιωτίδης, θα συμβάλη τα μέγιστα προς την κατεύθυνση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της δημοκρατικότητας. Παράλληλα, ο στόχος θα επιτευχθή με την καθιέρωση στες βουλευτικές εκλογές του μονοεδρικού συστήματος, όπως στην Αγγλία, ή έστω του ολιγοεδρικού (που περιλαμβάνει και μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες) όπως στην Ελλάδα, ώστε ο εκλεγόμενος Πρόεδρος να έχη τουλάχιστον τη δυνατότητα να εξασφαλίζη τέτοια πλειοψηφία που να επιτρέπη την απρόσκοπτη διακυβέρνηση του. Αντί δηλαδή των έξι εκλογικών περιφερειών που έχουμε τώρα θα μπορούν να υπάρξουν πολύ περισσότερες, με τα μεγάλα αστικά κέντρα ως ολιγοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και τα μικρότερα αστικά και αγροτικά κέντρα ως μονοεδρικές, χωρίς την παραμόρφωση της δεύτερης και της τρίτης κατανομής (που δίδει έδρα σε κόμμα με ελάχιστους ψήφους στην εκλογική περιφέρεια) αφού οι έδρες θα κατανέμονται κατά εκλογική περιφέρεια στα κόμματα που επιτυγχάνουν το εκλογικό μέτρο στην κάθε περιφέρεια (με την όποια αδιάθετη έδρα να δίδεται στο κόμμα που έχει το μεγαλύτερο υπόλοιπο στην εκλογική περιφέρεια) ή τη σχετική πλειοψηφία στες μονοεδρικές περιφέρειες, σύστημα που συνδυάζει και μία ήπια ενισχυμένη αναλογική. Ασφαλώς, δεν μπορεί να λεχθή ότι το ανάλογο εκλογικό σύστημα στην Ελλάδα δεν είναι δημοκρατικό, ενώ συγχρόνως παράγει συνήθως και ισχυρή διακυβέρνηση.

Ελλείψει τέτοιων ρυθμίσεων που να διασφαλίζουν και τη δημοκρατικότητα και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης, το Προεδρικό μας σύστημα θα ευρίσκεται συνεχώς σε μια κατάσταση διχασμένης προσωπικότητας και αυτοαναίρεσης, αφού θα παραπαίη μεταξύ της υπόστασης του ως Προεδρικού και της μετατροπής του με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο ως κοινοβουλευτικού και μάλιστα ουσιαστικά απλής αναλογικής, της αναποτελεσματικότερης δηλαδή μορφής κοινοβουλευτισμού, με τα κακά και χωρίς τα καλά και των δύο. Εξ ου και συχνά καταλήγουμε σε αυτό που αποκαλείται η Κυβερνώσα Βουλή, με την πολυκομματική Βουλή να επιδιώκη μέσα από τον νομοθετικό της ρόλο να υποκαταστήση εαυτήν στον ρόλο της κυβέρνησης, αρκεί δε να δη κανείς την πληθώρα των Αναφορών ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Προέδρου της Δημοκρατίας εναντίον της Βουλής των Αντιπροσώπων ή τη δαιδαλώδη διαδρομή στη Βουλή πολλών κυβερνητικών νομοσχεδίων τα οποία, με κάθε κόμμα μικρό και μεγάλο να επιδιώκη να το φέρη τόσο στα μέτρα του ώστε στο τέλος να διαφοροποιείται τόσο που να εκφέυγη του σκοπού του. Αυτό δεν είναι δημοκρατία, διότι ο ρυθμιστικός ρόλος τον οποίο συχνά διαδραματίζουν αντιπολιτευόμενα κόμματα, ιδιαίτερα τα μικρά, είναι πολλαπλώς δυσανάλογος του λαικού ερείσματος το οποίο εκπροσωπούν και, όπως υποδεικνύει ο Χρήστος Παναγιωτίδης, ‘ευνουχίζει την εκτελεστική εξουσία και, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, προάγει τη διαπλοκή, τον λαικισμό, την ευνοιοκρατία και το αλίσι-βερίσι’.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button