Greek Reports (Ελληνικά)

«Οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και ρητορική μίσους αντί ρητορικής μίσους στην Covid-εποχή

Διανύοντας την Covid-εποχή, μία ψηφιακή βόλτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αρκεί για να μας δώσει την αίσθηση ενός «βδελυρού» ξερολα-ϊκισμού που φαίνεται να αποκτά τις διαστάσεις μιας αλυσιδωτής ρητορικής μίσους, της οποίας τα θύματα δεν διστάζουν να γίνουν και θύτες.

Η κρίση του κορονοϊού, όπως και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση κρίσης, έφερε στο προσκήνιο διλημματικές καταστάσεις που φαίνεται να λειτουργούν διχαστικά μεταξύ των ιθυνόντων της πολιτικής ηγεσίας, διαφόρων επαγγελματικών, επιστημονικών ή κοινωνικών ομάδων, αλλά και των ίδιων των πολιτών: «Μένουμε σπίτι κατ’ επιλογή ή κατ’ επιβολή;»

«Μένουμε σπίτι ή μένουμε ασφαλείς;» «Είναι ικανοποιητικά ή ανεπαρκή τα μέτρα στήριξης της οικονομίας που εξήγγειλε η κυβέρνηση;» «Να επιτραπεί ή να απαγορευθεί ο εκκλησιασμός;» «Να επαναπατριστούν ή να κλείσουν τα σύνορα σε όσους αποκλείστηκαν στο εξωτερικό;» «Να παραμείνουν κλειστά τα σχολεία ή να επιστρέψουν οι μαθητές και οι μαθήτριες στα θρανία;» «Έχει λόγο η ΟΕΒ στην παιδεία ή θέλουμε μια παιδεία αποκομμένη από την οικονομία;» «Να γίνουν αποκοπές στη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων ή όχι;» Σαφέστατα, βασικό συστατικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας είναι η ελεύθερη έκφραση. Τι συμβαίνει όμως όταν η ελεύθερη έκφραση διατυπώνεται με μένος και συνεπώς με τρόπο αντιδημοκρατικό υπό την πρόφαση της «ορθότητάς» της;

Η κοινωνικο-πολιτική αυτή πραγματικότητα αποδίδεται βιβλιογραφικά από τον όρο «παράδοξο της ανοχής». Το «παράδοξο της ανοχής» ορίζεται ευρέως ως το πολιτισμικά-αγόμενο οξύμωρο μιας κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται ως πλήρως δημοκρατική, αλλά την ίδια στιγμή φέρεται ολοκληρωτικά σε αυτό που προσλαμβάνει ως αντιδημοκρατικό υπό το πρόσχημα της προάσπισης της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αποκατάστασης των οικονομικο-πολιτικών (αν)ισορροπιών. Η έρευνα που έχει διεξαχθεί ανά το παγκόσμιο αναφορικά στο ζήτημα του παραδόξου αυτού, θέτει ευλόγως τον προβληματισμό: Σε ποιο βαθμό ο «αντιδημοκρατικός δημοκρατισμός» διαφέρει από τον «φασισμό»;

Στον αγώνα τους για να φιμώσουν όλες τις «αντιδημοκρατικές» και κατά την άποψή τους «λανθασμένες» φωνές, καθώς και να τις αποτρέψουν από το να προκαλέσουν δημόσια βλάβη, οι «αντιδημοκρατικοί δημοκρατικοί» μετέρχονται εξίσου μη προοδευτικά και αντιδημοκρατικά μέσα αυταρχικού τύπου: «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και «ρητορική μίσους αντί ρητορικής μίσους». Εάν η ρητορική μίσους ορίζεται ως η πράξη της λεκτικής διατύπωσης απόψεων μίσους, τότε η ρητορική μίσους δεν καθορίζεται μόνο από τον «δημοκρατικό» ή «φασιστικό», τον «ορθό» ή τον «λανθασμένο» χαρακτήρα των απόψεων του ατόμου (ή της επαγγελματικής, επιστημονικής, πολιτικής ή κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει), αλλά από τον «δημοκρατικό» ή «φασιστικό» χαρακτήρα των μέσων που αξιοποιεί για να υποστηρίξει την άποψή του και να πραγματώσει τον σκοπό του. Στον βαθμό αυτό, η ρητορική μίσους μπορεί να ασκηθεί εξίσου από τους επί του ειδωλίου του κατηγορουμένου ως «αντιδημοκράτες», αλλά και από τους αυτοπροσδιοριζόμενους ως «δημοκρατικούς» κατηγόρους τους.

Επαγωγικά, η αντιδημοκρατική αντίδραση στην προσλαμβανόμενη ως αντιδημοκρατική δράση λαμβάνει τις διαστάσεις ενός «εμφυλίου πολέμου» μεταξύ αυτού που θεωρείται ως «φασιστικά» επιβαλλόμενο, αφενός, και του «αντιδημοκρατικού δημοκρατισμού», αφετέρου, ο οποίος καταφέρεται με τρόπο «φασιστικό» σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως μη δημοκρατικό και μη προοδευτικό. Μια τέτοια «αντιδημοκρατική δημοκρατική» προσέγγιση συχνά αποδίδει αλλότρια κίνητρα στο «αντίπαλο δέος», το οποία καταδικάζει ως φερέφωνο κινημάτων τύπου «alt-right» συσχετίζοντάς τα με μια «trashy» και «Trump-y» νεο-δεξιά. Με την «προβιά» της διαλλακτικής πολιτικής (ή άλλης) ορθότητας συγκαλύπτει μεθοδικά τον «λύκο» της απολυταρχικότητάς της, οικοδομόντας το επιχείρημά της σε μια «απολιτίκ» και εν τέλει ομογενοποιητική προσέγγιση της ταυτότητας αυτών που ορίζει ως τους «Άλλους» – το «άλλο» άτομο, η «άλλη» επαγγελματική κοινότητα, η «άλλη» κοινωνική ομάδα – στην προσπάθειά της να διασφαλίσει το υποτιθέμενο «ορθό» και «δίκαιο».

Αναλύοντας το βασικότερο αίτιο του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα της ούτω καλούμενης δημοκρατικής μας κοινωνίας δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε στην έλλειψη κριτικού γραμματισμού και κοινωνικο-συναισθηματικής νοημοσύνης που μας χαρακτηρίζει ως άτομα και κοινωνικά σύνολα, γεγονός που μας αποτρέπει από το να αναγνωρίσουμε την «ηθική ασάφεια» που χαρακτηρίζει τα πλείστα κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα, αλλά και τη λήψη αποφάσεων. Προφανώς και οι πολιτικές αποφάσεις αποτελούν και πρέπει να αποτελούν αντικείμενο κρίσης και κριτικής.

Αυτό όμως που επίσης αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε είναι ότι το τι επιλέγουμε να «δούμε» ή να «μην δούμε», τι επιλέγουμε να «διαβάσουμε» ή να «μην διαβάσουμε», ποιο επιχείρημα επιλέγουμε να ενστερνιστούμε ή να απορρίψουμε, τι αξιολογούμε θετικά και τι αρνητικά, αλλά και ποια «αλήθεια» επιλέγουμε να πιστέψουμε ή να διαψεύσουμε, συχνά αποτελούν ήδη προκαθορισμένες «πραγματικότητες» βάσει του συστήματος αξιών μας, της επαγγελματικής και οποιασδήποτε άλλης ιδιότητας μας, καθώς και του κοινωνικο-οικονομικού, μορφωτικού και συναισθηματικού μας κεφαλαίου. Η κριτική αξιολόγηση οποιασδήποτε πολιτικής απόφασης απαιτεί συνεπώς και αποστασιοποίηση από τα προσωπικά μας βαρίδια-παρωπίδες.

Ποια θα μπορούσε λοιπόν να είναι η λύση στην απειλή του «αντιδημοκρατικού δημοκρατισμού»; Στο Φεστιβάλ Επικίνδυνων Ιδεών στο Σίδνεϊ, ο Stephen Fry (Άγγλος συγγραφέας, ηθοποιός και κωμικός) κήρυξε νεκρή την κοινωνική δημοκρατία από το βόλι του «αντιδημοκρατικού δημοκρατισμού». Προς αποκατάσταση των ισορροπιών σε αυτή τη νέα «εύθραυστη» κοινωνικο-πολιτική εποχή, ο Fry απευθύνει έκκληση σε ολόκληρη την ανθρωπότητα για «καλοσύνη και ευγένεια», υποστηρίζοντας ότι «δεν απειλούμαστε από τις επικίνδυνες ιδέες, αλλά από τις επικίνδυνες πραγματικότητες».

Προκειμένου να μην οδηγηθούμε σε επικίνδυνες πραγματικότητες σε θέματα εξουσίας, καταπίεσης και ανισότητας, ας αντιληφθούμε ότι η πρόκληση είναι να προκαλέσουμε εαυτούς στο να θέσουμε υπό κριτική αξιολόγηση τις ίδιες μας τις ιδέες (το γεγονός ότι είναι δικές μας δεν συνεπάγεται ότι δεν είναι και επικίνδυνες) προτού (κατά)κρίνουμε τις ιδέες των «Άλλων».

Ας αντιληφθούμε επιτέλους ότι έχουμε δικαίωμα στην άποψή μας, αρκεί να τη διατυπώνουμε με τρόπο ενημερωμένο, πληροφορημένο, και κυρίως δημοκρατικό. Σε έναν κόσμο που θα μπορούσαμε να είμαστε ο,τιδήποτε, ας είμαστε τουλάχιστον «ευγενείς».

  • Δρ. Χριστίνα Χατζησωτηρίου, PhD University of Cambridge – Επίκουρη Καθηγήτρια στη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
  • Το άρθρο δημοσιεύθηκε επίσης στο ANT1

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button