Greek Reports (Ελληνικά)

Πραγματοποιήθηκε με εξαιρετική επιτυχία στην Καστελιώτισσα η παρουσίαση του βιβλίου “Στη Διαλεκτική της Αρμονίας”

Πρόκειται για την καταγραφή μιας συζήτησης που διήρκεσε κάποιους μήνες – ο Μίκης Θεοδωράκης, με τον Πρύτανη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, Ποιητή και Στοχαστή Κώστα Γουλιάμο.

Το βιβλίο, πέραν του Διαλόγου των δύο, περιέχει επίσης τρία αληθώς εξαιρετικά και περιεκτικά δοκιμιακά σημειώματα:

  1. Υστερόγραφο
  2. Η πολυτροπική αρμονία ως κοινωνιογραφία μουσικής στον Μίκη Θεοδωράκη και
  3. Επίμετρο.

Τρία σπουδαία κλειδιά για την κατανόηση του Θεοδωρακικού Κόσμου.

Δρ Ιωάννης Σ. Χριστοδούλου

Καθηγητής και Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση, Ηγεσία και Διοίκηση» στο CIIM – Cyprus International Institute of Management

Μίκης Θεοδωράκης και Κώστας Γουλιάμος

«Στη διαλεκτική της αρμονίας»

Παρουσίαση του βιβλίου / 06 Φεβρουαρίου 2019, Καστελλιώτισα

Θερμά ευχαριστώ τον φίλο και συνάλληλο φιλόσοφο, Πρύτανη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, Καθηγητή Κώστα Γουλιάμο, για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκλησή του, να μιλήσω για ένα βιβλίο που είναι ήδη ιστορικό.

Είναι ήδη ιστορικό το βιβλίο, θεωρώ, για τέσσερις λόγους.

Ο πρώτος είναι προφανής: είναι αφιερωμένο στον Μίκη Θεοδωράκη, έναν ιστορικό Έλληνα δημιουργό και δημιουργό της ελληνικής ιστορίας, έναν άνθρωπο που, θέλοντας να είναι διαρκώς σύγχρονος, δημιουργούσε και δημιουργεί ιστορία. Ο δεύτερος λόγος που το βιβλίο είναι ιστορικό, είναι επειδή οι συγγραφείς του μιλούν για την ιστορία, για ιστορικά γεγονότα ελληνικής και παγκόσμιας εμβέλειας. Ο τρίτος λόγος είναι γιατί σε κανένα άλλο βιβλίο για τον Θεοδωράκη ή του Θεοδωράκη, ο Θεοδωράκης δεν είναι τόσο φιλοσοφικός. Και ο τέταρτος λόγος: η φιλοσοφική αυτή κατάθεση, όπως και κάθε αξιόλογη παρόμοια, έχει διαχρονική, δηλαδή ιστορική, αξία και σημασία.

Σε ό,τι αφορά την ιστορική του αξία για τον ελληνισμό, το βιβλίο αυτό έχει ένα στόχο χαρακτηριστικά θεοδωρακικό: τον επανελληνισμό της Ελλάδας, για να θυμηθώ το συγχαρητήριο μήνυμα του Ζαν Πωλ Σαρτρ στη Νεολαία των Λαμπράκηδων: «συγχαίρω τη Νεολαία Λαμπράκη που αντιπαρατάσσει στον απειλητικό εξαμερικανισμό των επανελληνισμό της Ελλάδας.», είπε ο Σαρτρ. Εξ ου και οι διαρκείς αναφορές στο βιβλίο, στη συνέντευξη αλλά και στα κείμενα του Κώστα, σε ορόσημα ελληνικά και οδοδείκτες ελληνικούς, χωρίς, όμως, το παραμικρό ψήγμα ελληνοπαθούς έπαρσης.

Απεναντίας, ο Θεοδωράκης δηλώνει: «Θα πρέπει πρώτα να πεισθούμε για τον εαυτό μας. Ότι δηλαδή είμαστε διαφορετικοί. Επίσης, στην εσωτερική δική μας ισορροπία επικρατούν οι Κακοί. Γι’ αυτό δεν θέλω να αντιμετωπίζω υπεροπτικά το ότι είμαι Έλληνας. Αντίθετα, θέλω να έχω τα μάτια μου ανοιχτά, για να μπορώ να γνωρίζω τι θα πρέπει να δεχθώ και τι να απορρίψω.» (σελ. 42)

Αυτή η βούληση για ανοιχτό και καθαρό ορίζοντα είναι ελληνικά φιλοσοφική. Είναι η επιτομή και η πεμπτουσία του ελληνικού πνεύματος. Είναι η διαφορά αυτού του πνεύματος από οποιαδήποτε άλλη ιστορική πραγμάτωση της ανθρώπινης πνευματικότητας, γιατί το παρακολούθημα του καθαρού βλέμματος είναι ταυτόχρονα το υφέρπον κίνητρό του: το δέον του «ίστασθαι» και του «αφίστασθαι». Για τον διαχρονικά αξιόλογο Έλληνα, εννοώ τον ομηρικό και εντεύθεν, η θεωρία βρίσκεται στην υπηρεσία της ευστάθειας. Η ευστάθεια, ηθική και κοινωνική, είναι μια ελληνική άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον πάσχοντα εαυτό και την κοινωνική του ευθύνη. Η διαυγής θέα, η θεωρία, είναι το ύστατο καταφύγιο του Έλληνα ανθρώπου, στην προσπάθειά του να επιβιώσει ατομικά χωρίς να στιγματιστεί κοινωνικά. Ο Κώστας Γουλιάμος το συνοψίζει ως «μια διαρκή έκρηξη και ακατάπαυστη ενέργεια συνδεδεμένη με τις αλληλομετατροπές της κοσμικής αρμονίας και δικαιοσύνης». (σελ. 58)

Βιβλίο δύο ανθρώπων της Τέχνης, λοιπόν, ή δύο φιλοσόφων; Στην περίπτωσή τους, του Κώστα Γουλιάμου και του Μίκη Θεοδωράκη, τα δυο αυτά, η Τέχνη και η Φιλοσοφία συμφύρονται στο έργο τους. Ο Κώστας Γουλιάμος γράφει Φιλοσοφία και συνθέτει φιλοσοφική ποίηση. Ο Μίκης Θεοδωράκης συνθέτει Μουσική από Φιλοσοφία, γράφει μουσική για φιλοσοφική ποίηση, ενώ η Φιλοσοφία του έχει μουσική. Εξ ων και η διαλεκτική της αρμονίας.  Το γεγονός ότι οι δύο συγγραφείς ξεπέρασαν την εύκολη λύση του αντίστροφου τίτλου, που θα ήταν «η αρμονία της διαλεκτικής», και στόχευσαν κατευθείαν στην αρμονία με βέλη από τη φαρέτρα της διαλεκτικής, δεν είναι αδιάφορο. Καταδεικνύει την επάρκεια των συγγραφέων του βιβλίου στη διαλεκτική, την πίστη τους στην αρμονία και την ανυποχώρητη ένταση με την οποία σκέφτονται τον εαυτό τους μέσα στον κόσμο, τον κόσμο μέσα στον εαυτό τους και τον εαυτό τους ανεξάρτητα από τον κόσμο.

Η ανεξαρτησία δεν αντιβαίνει στη συμπαντικότητα, στην οποία καταφάσκουν οι δύο συγγραφείς, καθώς εγκολπώνονται το αντίξοο και δημιουργικά το υπερβαίνουν.

«Το όλο ζήτημα», λέει ο Κώστας Γουλιάμος, στο κείμενό του με τίτλο «Η πολυτροπική αρμονία ως κοινωνιογραφία μουσικής στον Μίκη Θεοδωράκη», «δεν είναι η καταγωγή, η συμπλοκή, ή/και η υπέρβαση εννοιολογικών αποθεμάτων». (σελ. 57) Πράγματι. Το ζήτημα για τους συγγραφείς του βιβλίου αυτού είναι η εξαντλητική επαναβίωση του πιο πραγματωμένου, κάθε φορά, πραγματικού, για χάρη του ατέρμονου επαναστοχασμού του. Ο επαναστοχασμός αυτός, όπως προφαίνεται στο βιβλίο, δεν μπορεί να είναι γι’ αυτούς τίποτε λιγότερο από πρωτότυπος, ακόμα κι όταν αναφέρονται σε στοχαστές και συγγραφείς συγγενείς τους, που μοιράζονται το ίδιο βίωμα για μια πραγματικότητα που διαρκώς ανακαινίζεται και διαρκώς εκλιπαρεί για τη φιλοφρόνηση μιας σκέψης αφιερωμένης στην ανανεούμενη, και κάποτε εκθαμβωτική, καινοφάνειά της.

Το λέει ο Θεοδωράκης στη συνέντευξη: «Η λάμψη των επιτευγμάτων της Ευρώπης στην Επιστήμη και την Τέχνη μας κρύβει τα αρνητικά στοιχεία της καθημερινότητας· αυτά είναι που καθορίζουν τη διαμόρφωση των ατομικών αρνητικών στοιχείων, που όταν βγουν στην επιφάνεια ακολουθεί η καταστροφή. …Εμείς οι Έλληνες οφείλουμε να απομυθοποιήσουμε την Ευρώπη, δεδομένου ότι η ισορροπία ανάμεσα στο Κακό και το Καλό έχει προ πολλού χαθεί με την επικράτηση του Κακού.» (σελ. 41)

Ο Έλληνας, βέβαια, ανέκαθεν απομυθοποιούσε με τη … μυθολογία του. Το πρόκριμα του δημιουργικού φαντασιακού στην εκλογίκευση του κόσμου, απέδωσε μια μυθολογία καταυγαστική των σκοτεινών περιοχών του φυσικού και ανθρώπινου τοπίου.  Η ελληνική μυθολόγηση του κόσμου έχει περιεχόμενο με ερείσματα έλλογα στιβαρά, τα οποία βρίσκονται στην εννοιολόγηση του κόσμου από ανθρώπους που δεν αρκούνται να περιέχονται στη φύση, αλλά επιζητούν να εκλογικεύουν τα φαινόμενά της ακόμα και – ή κυρίως – με την αδέσμευτη φαντασία τους. Στη φαντασία των Ελλήνων μπορεί να βρει ο άνθρωπος τα πιο καλλίτροπα όνειρα και τους πιο δύσχημους εφιάλτες. Η ελληνική μυθολογία θα αρκούσε για να διδαχθεί η ανθρωπότητα εσαεί όσα συνεχίζει να αγνοεί, και παραδέρνει χτυπημένη ανά τους αιώνες από μυθολογήματα κατασκευασμένα σε καιρούς που ο άνθρωπος σκέφτεται φοβισμένος, χωρίς να αντιστέκεται στην επίφοβη φύση και τους ακόμα πιο επίφοβους συνανθρώπους του…

Το βιβλίο των Μίκη Θεοδωράκη και Κώστα Γουλιάμου είναι μια ιστορική συμβολή στη διαχρονική ελληνική μυθολογία, που στόχο έχει την απομυθοποίηση του σύγχρονου πραγματικού, ελληνικού και ευρύτερα δυτικού (ανθρώπινου, πολιτικού και κοινωνικού). Η μυθολογία των δύο σημαντικών Ελλήνων, αρθρώνεται στη συμβολή πολιτικής και Τέχνης. Ο Κώστας Γουλιάμος το εκφράζει ως εξής: «Υπάρχει ένα πεδίο ειδικών διαρθρώσεων, όπου το κοινωνικό ή πολιτικό πράττειν συνυφαίνεται με το ποιείν της Τέχνης, και όπου το «μουσικό είναι» ταυτίζεται με το ατέρμον (δεν γνωρίζει πέρατα) της φύσης.»

Το μουσικό σύμπαν του Θεοδωράκη είναι ατέρμον. Είναι χωρίς όρια και οντολογικά ανυπάκουο σε όρους. Είναι δημιούργημα της ζωοδότρας ανάγκης, ιστορικής και ανθρώπινης, ενός δημιουργού που δεν ανέχθηκε το δοσμένο ως μοναδικό. Γι’ αυτόν, αντίθετα, Μοναδικό είναι το Διαφορετικό, το οποίο καταξιώνεται όταν είναι προϊόν γνώσης, θάρρους και ευμένειας. Αυτά τα τρία συγκροτούν το μυθολογικό πρότυπο του αγαθού, το οποίο εισηγείται η δυάδα των συγγραφέων μας, ως διέξοδο αμύθητης αξίας από τη μέγγενη του κακού, της πλάνης, της δειλίας, της δυσθυμίας για το αγαθό και τη δημιουργία.

Η γραφή των Θεοδωράκη και Γουλιάμου δεν θα σβηστεί, όπως εκείνη του Σεφέρη, «πάνω στην άμμο την ξανθή», όσο οι Έλληνες ακούνε συναυλίες των πουλιών, από τον «κήπο που έμπαινε στη θάλασσα», του Ελύτη. Όταν χρειάζεται, επίσης, πάντα «θα σημαίνουν οι καμπάνες» του Ρίτσου στ’ αυτιά μας… Κι όσοι τολμούν να κυνηγάνε τη ζωή μας, να την ξεμοναχιάσουν μες στη νύχτα, κατά το ρήμα του Μάνου Ελευθερίου, με τη μουσική του Μίκη θα φεύγουν μακριά… Σ’ ευχαριστούμε, Κώστα, που μας τα υπενθύμισες αυτά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button