Greek Reports (Ελληνικά)

Αναρχία και χάος στην Ελλάδα μετά τον θάνατο του Καποδίστρια

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, καθώς ο κυβερνήτης Ιωάννης πλησίαζε τον ιερό ναό Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον πυροβόλησε στο κεφάλι, ενώ ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης τον μαχαίρωσε στην κοιλιά. Η σωματοφυλακή του κυβερνήτη αντέδρασε, τραυματίζοντας θανάσιμα τον Κωνσταντίνο. Ο Γεώργιος κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, η οποία γρήγορα τον παρέδωσε στις Αρχές, με κατάληξη την εκτέλεσή του.

Τη δολοφονία ακολούθησαν η ανάδειξη Διοικητικής Επιτροπής (Αυγουστίνος Καποδίστριας, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Ιωάννης Κωλέττης) και εκκλήσεις για ομόνοια. Άτομα και σύνολα, εκδήλωναν, με αναφορές και ελεγείες, δημοσιευόμενες στη «Γενική Εφημερίδα», απόγνωση για την ορφάνια και την ανακοπή της πορείας εκπλήρωσης των πόθων των αγωνιστών. Εξέφραζαν, επίσης, οργή και κατάρες για την εθνοκτόνο δράση «τυχοδιωκτών» και «ψευδολογιωτάτων». Αντίθετα, στην εφημερίδα του, «Απόλλων», ο Αναστάσιος Πολυζωίδης πανηγύριζε τη δίκαιη «αμοιβή» του «κιβδηλοποιού» «τυράννου» και ο Αλέξανδρος Σούτσος εξύμνησε εμμέτρως τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, ως γνήσιους απογόνους των Αρμοδίου και Αριστογείτονα. Στις 7 Οκτωβρίου, η εφημερίδα ανακοίνωσε τερματισμό της κυκλοφορίας της, αφού η αντιπολιτευτική αποστολή της είχε ολοκληρωθεί.

«Καταλαβαίνουν οι δυστυχείς συμπατριώτες μας τι μεγάλη ευλογία τους χάρισε η θεία πρόνοια στέλνοντάς τους εσάς αγαπητέ μου;», είχε αναρωτηθεί σε επιστολή της, το 1828, από τη Ρωσία, η Ρωξάνδρα Στούρτζα, πάντα αφοσιωμένη στον Καποδίστρια. Και σε επιστολή που έφτασε μετά τη δολοφονία τόνισε: «Μου γράφετε να μη σας ξεχνώ στις προσευχές μου. Από τα όσα μου γράψατε κατάλαβα τις αγωνίες, τις πικρίες και τους πόνους που δοκιμάζετε. Μην αφήνετε τον εαυτό σας ελεύθερο στόχο στους εχθρούς σας». Οι προσευχές της Ρωξάνδρας δεν αρκούσαν για την προφύλαξη του Καποδίστρια ενώ η ευλογία έγινε πληρέστερα κατανοητή μετά τη δολοφονία.

«Τέρας διπλής κυβερνήσεως και διπλής εθνοσυνελεύσεως»

Το μεσοδιάστημα ανάμεσα στη δολοφονία του Καποδίστρια και την έλευση του Όθωνα αποτέλεσε οδυνηρή παρένθεση για την Ελλάδα. Το καποδιστριακό ανορθωτικό έργο συνεθλίβη και νέες πληγές άνοιξαν.

Τον Νοέμβριο, καποδιστριακοί και αντικαποδιστριακοί πληρεξούσιοι μαζεύτηκαν με συνοδεία φρουρών στο Άργος για την Ε΄ Εθνοσυνέλευση, της οποίας τη νομιμότητα υποστήριζαν μόνο οι καποδιστριακοί. Σύμφωνα με ξένο παρατηρητή, επέκειτο η γέννηση «τέρατος διπλής κυβερνήσεως και διπλής εθνοσυνελεύσεως», με επίδικο την πολιτική κυριαρχία. Στις 5/12/1932 Ρουμελιώτες, Υδραίοι και Μανιάτες αυτοαναγορεύτηκαν συνέχεια της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης. Δύο μέρες αργότερα, οι 153 καποδιστριακοί πληρεξούσιοι έχρισαν τον Αυγουστίνο πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης. Στη συνέχεια, μετακινήθηκαν στο Ναύπλιο.

Από την πλευρά τους οι αντικαποδιστριακοί ή συνταγματικοί πληρεξούσιοι, εξέλεξαν τους Γεώργιο Κουντουριώτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Κωλέττη μέλη της νέας Διοικητικής Επιτροπής. Ακολούθως, κατήγγειλαν τις βιαιοπραγίες, τις δολιότητες και τον εθνοβλαβή ρόλο του καποδιστριακού καθεστώτος και των 153. Τον Ιανουάριο η Επιτροπή, από τα Μέγαρα όπου έδρευε πλέον, κήρυξε τον Αυγουστίνο άρπαγα της εξουσίας και αυτουργό νέου εμφυλίου.

Η καταδίκη δεν απέτρεψε την αναγνώριση της κυβέρνησης του Ναυπλίου από τις Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), οι οποίες, παράλληλα, απαίτησαν τήρηση της τάξης. Με διακηρυγμένο σκοπό την ευταξία, ο Αυγουστίνος ανέθεσε στον Κολοκοτρώνη τη στρατολόγηση 4.000 Πελοποννησίων. Γρήγορα, η αχρηματία επέφερε συμπλήρωση των μισθών με βαθμούς και δημιουργία ενός στρατού υψηλόβαθμων αξιωματικών.

Βαθμοί και υποσχέσεις υλικών παροχών αποτέλεσαν μέσο προσεταιρισμού ανδρών και για την αντίπαλη, «συνταγματική» συνέλευση. Όπως εξηγείτο, σκοπός της χορήγησης «υπερμέτρων» διπλωμάτων ήταν η σωτηρία της χώρας από την κολοκοτρωνέικη φατρία και η υπεράσπιση των εθνικών δικαίων. Σύμφωνα με τους αντιπάλους, τα 12.000-14.000 διπλώματα των αντικαποδιστριακών συνιστούσαν μέσο προσέλκυσης απολέμων, ευκολοπίστων, ληστών και Αλβανών κακούργων.

Ασκήσεις επί χάρτου

Ενώ ο Κωλέττης εδραίωνε την κυριαρχία του στη Στερεά, η Συνέλευση του Ναυπλίου επιφόρτισε την κυβέρνηση με την αποπεράτωση της έρευνας για τις αποζημιώσεις αγωνιστών και πολεμοπαθών. Ειδικά ψηφίσματα προέβλεπαν συμβολικές τιμές για τον Καποδίστρια (ορισμός 27/9/1831 ως πένθιμης εθνικής επετείου, νόμισμα με Καποδίστρια & Ελλάδα πενθούσα, μαυσωλείο, αδριάντες) και υλικές για την οικογένειά του. Ως αδελφός του Καποδίστρια, ο Αυγουστίνος διορίστηκε κυβερνήτης. Καθώς ο Καποδίστριας είχε αρνηθεί την κυβερνητική χορηγία και είχε δαπανήσει μεγάλα ποσά για εθνικές ανάγκες, η Συνέλευση αναγνώρισε περίπου 900.000 φοίνικες ως έντοκο εθνικό χρέος προς συγγενείς και κληρονόμους.

Πάντως, η διακυβέρνηση του Αυγουστίνου έληξε άδοξα τον Απρίλιο, αφού αδυνατώντας να επιβάλει την τάξη, υποχρεώθηκε από τις Δυνάμεις σε παραίτηση. Ήδη είχε εκλεγεί ως ηγεμόνας της Ελλάδας ο Όθων.

Η Συνθήκη του Λονδίνου (7/5/1832, ν.η.), η οποία κατέστησε επίσημα τον Όθωνα βασιλιά της Ελλάδος, προέβλεπε και τη σύναψη δανείου 60.000.000 φράγκων. Προς απόσβεση το ελληνικό κράτος έπρεπε να καταβάλλει εξαμηνιαίως τα δημόσια έσοδα για πληρωμή τοκοχρεολυσίων. Συνεπώς, οι απαιτήσεις των αγωνιστών και άλλες εσωτερικές υποχρεώσεις έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Επιπλέον, η συνοδεία του Όθωνα από αντιβασιλείς, αξιωματικούς και 3.500 μισθοφόρους προβλημάτιζε για τη θέση των Ελλήνων πολιτικών και στρατιωτικών του Αγώνα στο βασίλειο.

Tην παραίτηση του Αυγουστίνου ακολούθησε η συγκρότηση επταμελούς Διοικητικής Επιτροπής. Σύμφωνα με αυτήν, η ανόρθωση και η καρποφορία αγώνων και θυσιών προϋπέθεταν λήθη του εμφυλιακού παρελθόντος, σεβασμός στις αποφάσεις Δυνάμεων, σύμπνοια και νομιμοφροσύνη. Ειδικά οι οπλαρχηγοί και στρατιώτες έπρεπε να παύσουν τις στρατολογίες και τις «ενοχλήσεις» των κατοίκων. Ωστόσο, οι απλήρωτοι ένοπλοι εξακολουθούσαν να οικειοποιούνται το βιός των χωρικών. Κατά τον George Finlay, η χώρα βρισκόταν στο έλεος καπεταναίων, πολιτικών τυχοδιωκτών, δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών στιφών. Λαμβάνοντας χώρα υπό αυτές τις συνθήκες, οι εκλογές για νέα εθνοσυνέλευση ανατροφοδότησαν τη βία.

Ακολούθησε η παράδοση στην «πλήρην και τελείαν λήθην» όλων των πολιτικών εγκλημάτων της περιόδου 1821-1832. Το κράτος δεν θα απαιτούσε από τους υπαιτίους οιανδήποτε επανόρθωση, αλλά θα φρόντιζε, εν καιρώ, για αποζημίωση των πληγέντων.

Με ειδικό ψήφισμα επικυρώθηκε η εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας (20/7/1832). Ακολούθως διαβιβάστηκαν εγγράφως σε Βαυαρία και Δυνάμεις, ευγνωμοσύνη και παράκληση για γοργή άφιξη του –ανήλικου– βασιλιά, ο οποίας αναμενόταν –όπως και ο Καποδίστριας το 1828- σαν σωτήρας. Με άλλο ψήφισμα καταργήθηκαν όλα τα ψηφίσματα της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης.

Προηγήθηκε αυστηρή διακοίνωση των Δυνάμεων, σύμφωνα με την οποίαν έως την έλευση της αντιβασιλείας δεν έπρεπε ούτε μέτρα με δημοσιονομικό κόστος να ληφθούν ούτε σύνταγμα να ψηφιστεί.

Τα όρια της αυτορρύθμισης

Στις 20 Αυγούστου κηρύχθηκε εσπευσμένα αναβολή των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης έως την έλευση του βασιλιά. Είχε προηγηθεί η εισβολή στον χώρο συνεδριάσεων 150 άτακτων Ρουμελιωτών και η απαγωγή εννέα πληρεξουσίων με αίτημα λύτρα.

Ακολούθως, γνωστοποιήθηκε από τη Διοικητική Επιτροπή η αποστολή των Α. Μιαούλη, Κ. Μπότσαρη και Δ. Πλαπούτα στη Βαυαρία, ώστε να διατρανώσουν πανελλήνιο σεβασμό στον θρόνο. Διαδοχικά κυβερνητικά διαγγέλματα και εγκύκλιοι προς στρατιωτικούς, πολιτικούς και πολίτες στόχευαν στην εμπέδωση της νομιμοφροσύνης.

Ωστόσο, χιλιάδες ένοπλοι εξακολουθούσαν να δρουν –όπως καταγγελλόταν– σαν αγέλες πεινασμένων λύκων. Από τα τέλη Σεπτεμβρίου, το μεγαλύτερο τμήμα της πελοποννησιακής υπαίθρου ελεγχόταν από στρατιωτική επιτροπή, αλλά οι διοικούντες (Ζαΐμης, Κωλέττης, Α. Μεταξάς) ήταν αποφασισμένοι να διαφυλάξουν την ιδιότητα της νόμιμης εξουσίας με κάθε τρόπο.

Έτσι, τον Νοέμβριο, αιτήθηκαν την αποστολή γαλλικών στρατευμάτων στο Άργος. Στις 16/1/1833 επίθεση (ή υπόνοια για επίθεση) στους Γάλλους τακτικούς πυροδότησε οδομαχίες, οι οποίες άφησαν πίσω τους 160 Έλληνες νεκρούς και πολλαπλάσιους τραυματίες. Ήταν μία από τις τελευταίες σκηνές του «βδελυρού δράματος της απαισίου αναρχίας», λίγο πριν την έλευση του Όθωνα.

Χιλιάδες έγγραφα, στα Γενικά Αρχεία Κράτους (Αθήνα) επιβεβαιώνουν το ιλαροτραγικό σκηνικό, κατά τους τελευταίους μήνες του 1831 και το 1832. Διπλώματα, λογαριασμοί, μισθοδοσίες και εκθέσεις επιχειρήσεων εναλλάσσονται με σπαρακτικές καταγγελίες λεηλασιών και άλλων κακοπραγιών. Σώζονται, επίσης, αγωνιώδεις εκκλήσεις για επιβολή της τάξης και πληρωμή βοηθημάτων, μισθών και αποζημιώσεων καθώς και παρακλήσεις συνδρομής με αποδέκτες τις Δυνάμεις και τον βασιλιά. Εξάντληση φανερώνουν τα πιο πάνω: πόρων, ελπίδων, υπομονής.

Μετά από ένα 15μηνο αναρχίας, πρόκριτοι και οπλαρχηγοί εξακολουθούσαν να θεωρούν πως έπρεπε να πρωταγωνιστούν στην πολιτική σκηνή. Κατανοούσαν, όμως, πως η οικοδόμηση κράτους προϋπέθετε περισσότερα μέσα από όσα διέθεταν. Στο μεταξύ, η τραυματική εμπειρία της αναρχίας και τα όσα θλιβερά διαδραματίστηκαν στο όνομα του συντάγματος έφθειραν, πέρα από την εικόνα επιφανών αγωνιστών, και την εικόνα της συνταγματικής διακυβέρνησης.

Παρά τους πανηγυρισμούς ορισμένων στον απόηχο της δολοφονίας του κυβερνήτη, η απαλλαγή από αυτόν δεν οδήγησε στην επαγγελλόμενη εκπλήρωση των «ευχών του έθνους». Αντίθετα, η χώρα σύρθηκε στο χάος, με αλυσιδωτές συνέπειες.

«Για σε και η λύρα του ποιητή κακούργου έγινε κρίμα,/ και τους σκληρούς φονιάδες σου ράντισε με λουλούδια./ Μα τα τραγούδια τ’ άδικα τα ρίχνει η ιστορία», έγραψε, ο Κωστής Παλαμάς, στα τέλη του 19ου αιώνα. Και είχε δίκιο.

Δημοσιεύθηκε και στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», 29 Σεπτεμβρίου 2026.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button