Να δουλεύεις περισσότερο και να δανείζεσαι από το μέλλον σου
Υπάρχει κάτι βαθύτερο από μια ακόμη συζήτηση για συντάξεις, επιτόκια και στεγαστικά δάνεια.
Είναι το ερώτημα ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό κάθε οικονομικής κρίσης.
Ο , στο άρθρο του «Work longer, wait longer, now borrow your own retirement back», που δημοσιεύθηκε στο Pearls and Irritations – John Menadue’s Public Policy Journal, εξετάζει μια νέα πρόταση του αυστραλιανού One Nation για την αντιμετώπιση της πίεσης που προκαλεί το κόστος στέγασης.
Η πρόταση μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, απλή.
Όσοι πληρώνουν ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο θα μπορούν, εφόσον το επιλέξουν, να λαμβάνουν για διάστημα μέχρι τριών χρόνων ένα μέρος των χρημάτων που διαφορετικά θα κατευθυνόταν στη συνταξιοδοτική τους αποταμίευση. Ο εργοδότης θα συνεχίζει να καταβάλλει ολόκληρη την υποχρεωτική εισφορά του 12%, αλλά το συνταξιοδοτικό ταμείο θα επιστρέφει στον εργαζόμενο το 3% ως διαθέσιμο εισόδημα.
Δεν αγγίζεις, δηλαδή, τις υπάρχουσες αποταμιεύσεις σου.
Μειώνεις όμως αυτά που βάζεις στην άκρη για αύριο, ώστε να μπορέσεις να πληρώσεις το σήμερα.
Και ακριβώς εδώ αρχίζει το πραγματικό ζήτημα.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσιάζει ο Samaras, ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης με εισόδημα περίπου 90.500 αυστραλιανά δολάρια θα μπορούσε να έχει γύρω στα 44 δολάρια επιπλέον την εβδομάδα. Για ένα ζευγάρι με συνολικό εισόδημα 168.000 δολάρια, το ποσό θα έφθανε περίπου στα 82 δολάρια εβδομαδιαίως.
Για μια οικογένεια που δυσκολεύεται να πληρώσει τη δόση του στεγαστικού της, αυτά τα χρήματα δεν είναι αμελητέα.
Το ερώτημα όμως είναι από πού προέρχονται.
Δεν τα καταβάλλει το κράτος. Δεν τα καταβάλλει κάποιος νέος μηχανισμός κοινωνικής στήριξης. Δεν αποτελούν αναδιανομή του κόστους της στεγαστικής κρίσης.
Είναι χρήματα του ίδιου του εργαζομένου.
Η σημερινή ανακούφιση χρηματοδοτείται από τη δική του αυριανή ασφάλεια.
Το Super Members Council, όπως αναφέρει το άρθρο, υπολόγισε ότι ένας 30χρονος που θα χρησιμοποιούσε τη δυνατότητα αυτή για ολόκληρη την τριετία θα μπορούσε να φθάσει στη συνταξιοδότηση με περίπου 25.000 δολάρια λιγότερα.
Και κάπου εδώ μια τεχνική συζήτηση για το συνταξιοδοτικό σύστημα μετατρέπεται σε πολύ ευρύτερη κοινωνική συζήτηση.
Ο Samaras στρέφει την προσοχή του ιδιαίτερα στη γενιά που βρίσκεται σήμερα περίπου μεταξύ των τέλη των 40 και των αρχών των 60 χρόνων. Είναι άνθρωποι που εργάζονται επί δεκαετίες, έχουν παιδιά που ακόμη εξαρτώνται από αυτούς ή επέστρεψαν στο πατρικό σπίτι, φροντίζουν ηλικιωμένους γονείς και εξακολουθούν να κουβαλούν στεγαστικά δάνεια που κάποτε πίστευαν ότι θα είχαν εξοφλήσει πολύ πριν από τη σύνταξη.
Η συσσωρευμένη εμπειρία αυτής της γενιάς έχει σημασία.
Το όριο ηλικίας για την κρατική σύνταξη αυξήθηκε στα 67. Η ηλικία πρόσβασης στη δική τους συνταξιοδοτική αποταμίευση αυξήθηκε για πολλούς από τα 55 στα 60. Στη διάρκεια της πανδημίας, εκατομμύρια Αυστραλοί κλήθηκαν να αντλήσουν από τις δικές τους συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις για να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες της περιόδου.
Ύστερα ήρθε ο πληθωρισμός.
Και μαζί του τα επιτόκια.
Ο Samaras υπενθυμίζει ότι τα νοικοκυριά με στεγαστικά δάνεια βρέθηκαν να σηκώνουν μεγάλο μέρος του κόστους της μάχης κατά του πληθωρισμού. Οι αυξήσεις των επιτοκίων μεταφέρθηκαν σχεδόν αμέσως στις μηνιαίες δόσεις τους.
Έτσι δημιουργείται ένα παράξενο οικονομικό παράδοξο.
Ο εργαζόμενος καλείται να εργαστεί περισσότερο πριν συνταξιοδοτηθεί.
Να περιμένει περισσότερο για να αποκτήσει πρόσβαση στις αποταμιεύσεις του.
Να πληρώνει υψηλότερο στεγαστικό κόστος ώστε η οικονομία να περιορίσει τον πληθωρισμό.
Και τώρα να χρησιμοποιήσει ένα μέρος από τη μελλοντική του σύνταξη για να μπορέσει να αντέξει το στεγαστικό κόστος που πληρώνει σήμερα.
Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα ότι μια οικογένεια θα επιλέξει αυτή τη λύση.
Αν κάποιος πρέπει να αποφασίσει μεταξύ 44 δολαρίων σήμερα και περισσότερων χρημάτων σε μερικές δεκαετίες, μπορεί πολύ λογικά να επιλέξει τα 44 δολάρια. Οι οικονομικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται σε εργαστήρια. Λαμβάνονται μπροστά σε λογαριασμούς, δόσεις, ενοίκια και οικογενειακές ανάγκες.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι γιατί βρίσκεται μπροστά σε αυτή την επιλογή.
Η κατοικία δεν είναι απλώς ένα ακόμη αγαθό. Συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να γεράσει με στοιχειώδη οικονομική ασφάλεια.
Και εδώ ο Samaras εντοπίζει μια κρίσιμη γενεακή μεταβολή.
Οι γονείς πολλών σημερινών μεσήλικων Αυστραλών μπορεί να ζουν με περιορισμένη κρατική σύνταξη, αλλά έχουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Έχουν συνήθως εξοφλήσει το σπίτι τους.
Τα παιδιά τους βλέπουν αυτή την πραγματικότητα και κάνουν τους δικούς τους υπολογισμούς.
Και οι αριθμοί δεν βγαίνουν το ίδιο εύκολα.
Όλο και περισσότεροι πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση έχοντας ακόμη στεγαστικό χρέος. Αυτό σημαίνει ότι το κοινωνικό μοντέλο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το αυστραλιανό συνταξιοδοτικό σύστημα, μια σχετικά περιορισμένη σύνταξη αλλά με εξασφαλισμένη ιδιόκτητη κατοικία, αρχίζει να χάνει ένα από τα βασικά του θεμέλια.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το One Nation.
Ούτε μόνο την Αυστραλία.
Αφορά μια ευρύτερη τάση των σύγχρονων οικονομιών να μεταφέρουν ολοένα περισσότερο κίνδυνο από το συλλογικό επίπεδο στο άτομο.
Το κόστος της κατοικίας αυξάνεται. Ο εργαζόμενος προσαρμόζεται.
Τα επιτόκια αυξάνονται. Ο δανειολήπτης προσαρμόζεται.
Η σύνταξη απομακρύνεται χρονικά. Ο εργαζόμενος δουλεύει περισσότερο.
Η σημερινή ζωή γίνεται ακριβότερη. Ο ίδιος άνθρωπος καλείται να πάρει χρήματα από τη μελλοντική του ζωή.
Κάθε ένα από αυτά μπορεί να εξηγηθεί οικονομικά.
Όλα μαζί, όμως, δημιουργούν ένα διαφορετικό ερώτημα.
Μέχρι πού μπορεί να φθάνει η ατομική ευθύνη εκεί όπου τα προβλήματα είναι συλλογικά;
Οι συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις υπάρχουν ακριβώς επειδή γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος κάποια στιγμή δεν θα μπορεί ή δεν θα πρέπει να συνεχίσει να εργάζεται. Αν αρχίσουμε να τις χρησιμοποιούμε συστηματικά για να καλύπτουμε το κόστος της κατοικίας, της ακρίβειας ή της επόμενης οικονομικής κρίσης, δεν λύνουμε κατ’ ανάγκην αυτά τα προβλήματα.
Μετακινούμε τον λογαριασμό στο μέλλον.
Και το μέλλον έχει μια δυσάρεστη συνήθεια.
Κάποτε γίνεται παρόν.
Ίσως, λοιπόν, η σημαντικότερη παρατήρηση που αναδύεται από το «Work longer, wait longer, now borrow your own retirement back» να μην αφορά τελικά το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Αφορά την ίδια την οικονομική πολιτική.
Μια κοινωνία δεν μπορεί επ’ άπειρον να αντιμετωπίζει συλλογικές αποτυχίες ζητώντας από τον πολίτη να χρηματοδοτεί μόνος του τη λύση τους.
Γιατί τότε δεν δανείζεται απλώς από τη σύνταξή του.
Δανείζεται από το ίδιο του το μέλλον.
- Ο Θεόφιλος Παυλάκης γράφει για οικονομία, θεσμούς, διεθνείς σχέσεις και γεωπολιτική, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μεταβολή των ισορροπιών ισχύος, την οικονομική και ενεργειακή διάσταση της εξωτερικής πολιτικής και τον τρόπο με τον οποίο οι θεσμικές επιλογές μετατρέπονται σε μακροπρόθεσμα στρατηγικά αποτελέσματα.