Greek Reports (Ελληνικά)

Ο Βάσος δεν άφησε λιθαράκι

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή προσεκτικά.

Δεν ενοχλούν πολύ. Δεν φωνάζουν πολύ. Δεν ανακατεύονται πολύ.

Προσέχουν τι λένε, πού το λένε και, κυρίως, ποιος ακούει.

Δεν πέρασε απλώς από τη ζωή.
Την ανακάτεψε, την αγάπησε και άφησε τους ανθρώπους λίγο πιο ελεύθερους να είναι διαφορετικοί.

Και υπάρχουν και κάτι άλλοι.

Ευτυχώς.

Ο Βάσος Φτωχόπουλος ανήκει μάλλον στους άλλους.

Πνεύμα αλήτικο, Ελλαδίτικο. Από εκείνα που δύσκολα εξηγούνται και ακόμα δυσκολότερα μπαίνουν σε καλούπια.

Μικρά Ασία, κατεχόμενη Κερύνεια, σκλαβωμένη Γιαλούσα, ημικατεχόμενη Λευκωσία, στριμωγμένη Ελλάδα, Βόρειος Ήπειρος…

Όχι απαραίτητα ως σημεία πάνω στον χάρτη. Περισσότερο ως γειτονιές της ίδιας ψυχής.

Γεννήθηκε στη Γιαλούσα. Και κάπου εκεί, υποψιάζομαι, τελειώνει το απλό μέρος της βιογραφίας του.

Γιατί από ένα σημείο και μετά ο Βάσος δεν φαίνεται να έζησε ακριβώς μια ζωή.

Έζησε κάμποσες μαζί.

Θέατρο. Βιβλία. Εκδόσεις. Κείμενα. Πολιτική. Παρέες. Καβγάδες. Ιδέες. Φαγητό. Κρασί. Ελλάδα. Κύπρος.

Και βέβαια το «Αιγαίον».

Μια ταβέρνα που δεν ήταν ακριβώς ταβέρνα. Βιβλιοπωλείο που δεν ήταν ακριβώς βιβλιοπωλείο. Μπουάτ, στέκι, τόπος συνάντησης, συζήτησης και, ενίοτε, διαφωνίας.

Στην Πράσινη Γραμμή της Λευκωσίας.

Εκεί όπου η γεωγραφία αποκτά, θέλοντας και μη, πολιτική σημασία.

Ο Βάσος δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη σχέση με την αδιαφορία.

Ούτε, φοβάμαι, με τη διπλωματία.

Αγαπούσε με θόρυβο.

Θύμωνε επίσης με θόρυβο.

Έγραφε όπως μιλούσε και μιλούσε περίπου όπως ζούσε.

Χωρίς πολύ σιδέρωμα.

Μπορούσες να συμφωνήσεις μαζί του. Μπορούσες να διαφωνήσεις. Μπορούσες πιθανότατα να κάνεις και τα δυο μέσα στην ίδια κουβέντα.

Το δυσκολότερο ήταν να τον αγνοήσεις.

Και πίσω από όλη αυτή την αλητεία, την ορμή, τις υπερβολές, τις εμμονές και τα ξεσπάσματα, υπήρχε κάτι πολύ απλούστερο.

Ένας άνθρωπος που πονούσε.

Για τη Γιαλούσα του.

Για την Κύπρο μας.

Για έναν Ελληνικό κόσμο που, στο δικό του μυαλό, δεν τεμάχιζαν εύκολα ούτε σύνορα ούτε διοικητικές γραμμές ούτε οι βολικές βεβαιότητες της κάθε εποχής.

Και ίσως εδώ βρίσκεται κάτι από την ουσία του Βάσου.

Δεν ήταν ο άνθρωπος που περίμενε πρώτα να διαπιστώσει προς τα πού φυσά ο άνεμος.

Έβγαινε έξω.

Και φυσούσε ο ίδιος.

Μερικές φορές προς τη σωστή κατεύθυνση.

Μερικές φορές, πιθανότατα, και προς τη λάθος.

Αλλά φυσούσε.

Σε εποχές που πολλοί ψιθύριζαν, εκείνος μιλούσε. Εκεί που άλλοι έκαναν υπολογισμούς, εκείνος συχνά έκανε του κεφαλιού του.

Και το πλήρωνε.

Αυτό έχει σημασία.

Γιατί η εκ του ασφαλούς λεβεντιά είναι εύκολη.

Η άλλη, εκείνη που έχει κόστος, είναι σπανιότερη.

Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με όλα όσα πίστεψε, είπε ή έκανε ο Βάσος για να αναγνωρίσει κάτι που γίνεται ολοένα και πιο δυσεύρετο.

Την αυθεντικότητα.

Ο Βάσος δεν έμοιαζε να προσπαθεί ιδιαίτερα να γίνει αρεστός.

Προσπαθούσε να παραμείνει Βάσος.

Και τα κατάφερε μάλλον επικίνδυνα καλά.

Θα μπορούσε κανείς να τον δει και σαν έναν άλλο Ζορμπά.

Όχι αντίγραφο του Καζαντζακικού ήρωα. Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο για τον Βάσο και πολύ άδικο και για τους δυο.

Έναν δικό μας, διαφορετικό Ζορμπά.

Εξίσου αυθεντικό. Απείθαρχο απέναντι στις συμβάσεις. Πληθωρικό απέναντι στη ζωή. Έτοιμο να δοκιμάσει, να πέσει, να σηκωθεί, να γελάσει, να θυμώσει και να ξαναρχίσει.

Δεν δίδαξε τη διαφορετικότητα.

Την έζησε.

Δεν κήρυξε την ανοικτοσύνη.

Άφηνε την πόρτα ανοιχτή.

Και δεν χρειάστηκε να μιλήσει πολύ για Οικουμενικότητα. Ο δικός του Ελληνισμός, όσο έντονος και ασυμβίβαστος κι αν ήταν, μπορούσε να συνομιλεί, να ταξιδεύει, να συναντά ανθρώπους και κόσμους πολύ πέρα από τον εαυτό του.

Γιατί η ταυτότητα που φοβάται να συναντήσει τον άλλον είναι συνήθως ταυτότητα που φοβάται και τον εαυτό της.

Ο Βάσος δεν φοβόταν εύκολα τέτοιες συναντήσεις.

Δεν ήταν πουριτανός.

Ούτε στη ζωή ούτε στη σκέψη.

Δεν αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως κάτι που πρέπει πρώτα να αποστειρωθεί για να γίνει αποδεκτό.

Τον ήθελε ολόκληρο.

Με τα πάθη, τις αντιφάσεις, τις αδυναμίες, τις αμαρτίες, τις χαρές και τις υπερβολές του.

Και θρήσκευε.

Με τον δικό του τρόπο.

Αγωνιούσε.

Με τον δικό του τρόπο.

Αγαπούσε.

Με τον δικό του τρόπο.

Αγωνιζόταν.

Με τον δικό του τρόπο.

Τροφοδοτούσε ανθρώπους, κουβέντες, ιδέες, παρέες, αντιπαραθέσεις.

Πάλι με τον δικό του τρόπο.

Κάποτε με ένα βιβλίο.

Κάποτε με ένα πιάτο φαΐ.

Κάποτε με μια κουβέντα.

Κάποτε με μια πρόκληση.

Κάποτε απλώς με την παρουσία του.

Και αυτός ο τρόπος, ανορθόδοξος, απείθαρχος, μερικές φορές εξοργιστικός, είχε ένα παράξενο ελάττωμα.

Έφερνε αποτελέσματα.

Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που οργανώνουν άψογα τα πάντα και δεν μετακινούν τίποτε.

Και υπάρχουν άλλοι που ανακατεύουν τα πάντα και κάτι αφήνουν πίσω τους διαφορετικό.

Ο Βάσος ανήκε στους δεύτερους.

Γι’ αυτό και δεν σημάδεψε απλώς ανθρώπους της δικής του γενιάς.

Σημάδεψε και, με την καλή έννοια, στιγμάτισε γενιές ολόκληρες.

Άνθρωποι πέρασαν από τα τραπέζια του, από τα βιβλία του, από τις κουβέντες του, από τις παρέες και τις συγκρούσεις του.

Κάποιοι συμφώνησαν.

Κάποιοι θύμωσαν.

Κάποιοι επέστρεψαν.

Κάποιοι έφυγαν παίρνοντας μαζί τους κάτι που πιθανότατα δεν κατάλαβαν εκείνη τη στιγμή.

Αυτό είναι επιρροή.

Όχι να φτιάχνεις ανθρώπους που σου μοιάζουν.

Να βοηθάς ανθρώπους να τολμήσουν να μη μοιάζουν.

Και αυτή μπορεί να είναι η πιο ενδιαφέρουσα παρακαταθήκη του.

Η διαφορετικότητα χωρίς απολογία.

Η ανοικτοσύνη χωρίς αφέλεια.

Η οικουμενικότητα χωρίς απώλεια ταυτότητας.

Η πίστη χωρίς πουριτανισμό.

Η αγωνία χωρίς παραίτηση.

Η ζωή χωρίς πολύ σιδέρωμα.

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πλευρά.

Η ζωή δεν μετριέται μόνο με αγώνες, άρθρα, βιβλία, ιδέες και μεγάλες κουβέντες.

Μετριέται και αλλιώς.

Με φίλους.

Με τραπέζια.

Με έρωτες.

Με παιδιά.

Με ανθρώπους που σε θυμούνται και χαμογελούν πριν ακόμα αρχίσουν να μιλούν για σένα.

Λέμε συχνά ότι ο καθένας αφήνει το λιθαράκι του.

Ωραία κουβέντα.

Σεμνή.

Αξιοπρεπής.

Μόνο που, νομίζω, δεν ταιριάζει πολύ στον Βάσο.

Ο Βάσος δεν άφησε λιθαράκι.

Άφησε κομμόροτσον.

Και μάλιστα όχι ένα.

Οι περισσότεροι αφήνουμε δυο-τρία παιδιά. Κάποιοι περισσότερο τολμηροί φτάνουν τα δώδεκα και βάλε. Άλλοι πάλι δειλά-δειλά ψευτομισοεκδηλωνόμαστε και αφήνουμε τη ζωή να αποφασίσει.

Ο Βάσος;

Μπροστάρης.

Δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες.

Υπάρχουν και προσωπικά δεδομένα.

Αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, αυτή η πληθωρικότητα δεν ήταν εξαίρεση στον χαρακτήρα του.

Ήταν ο χαρακτήρας του.

Δεν έκανε τίποτε μισό.

Ούτε τις φιλίες.

Ούτε τις κόντρες.

Ούτε τις ιδέες.

Ούτε τη ζωή.

Και γι’ αυτό, πίσω από το πείραγμα, μένει τελικά η τρυφερότητα.

Για έναν άνθρωπο ατελή, αντιφατικό, δύσκολο, γενναιόδωρο, υπερβολικό.

Δηλαδή άνθρωπο.

Από εκείνους που δεν χρειάζεται να τους εξωραΐσεις για να τους αγαπήσεις.

Και πιθανότατα αυτό θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ο ίδιος.

Να τον εξωραΐσουμε.

Καλύτερα να τον θυμόμαστε όπως ήταν.

Να ενοχλεί.

Να γελά.

Να θυμώνει.

Να κερνά.

Να διαφωνεί.

Να ανοίγει μια κουβέντα που κανείς δεν ξέρει πού θα καταλήξει.

Να βάζει ακόμη μια καρέκλα στο τραπέζι.

Και να θυμίζει, χωρίς να το διατυπώνει ως θεωρία, ότι μια κοινωνία γίνεται φτωχότερη κάθε φορά που απαιτεί από τους διαφορετικούς ανθρώπους της να γίνουν λίγο πιο ίδιοι.

Ο Βάσος υπήρξε μπροστάρης για τους καιρούς του.

Αλλά, αν τον κοιτάξει κανείς λίγο καλύτερα, μπορεί να ανακαλύψει κάτι ακόμη.

Ήταν για τους καιρούς του.
Και λίγο μπροστά απ’ τους καιρούς του.

Κι αυτό το «λίγο», στην περίπτωση του Βάσου, ήταν συνήθως πολύ.

Ένας διαφορετικός Ζορμπάς.

Ένας άνθρωπος που δεν πέρασε απαρατήρητος από αυτόν τον κόσμο.

Πέρασε θορυβωδώς, αντιφατικά, γενναιόδωρα, ατίθασα. Πείραξε, ενόχλησε, αγάπησε, αγωνίστηκε, τάϊσε, κέρασε, μάλωσε, γέλασε, άνοιξε πόρτες, τραπέζια και κουβέντες.

Και κάπως έτσι άφησε πίσω του κάτι πολύ περισσότερο από αναμνήσεις.

Άφησε ανθρώπους λίγο διαφορετικούς επειδή τον συνάντησαν.

Γιατί, στο τέλος, επιρροή δεν είναι να φτιάχνεις ανθρώπους που σου μοιάζουν.

Είναι να βοηθάς ανθρώπους να τολμήσουν να μη μοιάζουν.

Αυτή είναι ίσως από τις ωραιότερες παρακαταθήκες που μπορεί να αφήσει ένας άνθρωπος.

Και μπορεί τελικά αυτή να είναι και η παρακαταθήκη του Βάσου.

Όχι να γίνουμε σαν τον Βάσο.

Να μη φοβόμαστε να είμαστε διαφορετικοί.

Να αφήνουμε χώρο και στον άλλον να είναι διαφορετικός.

Να έχουμε την περιέργεια να ακούμε, την τόλμη να αμφισβητούμε, τη γενναιοδωρία να ανοίγουμε μια θέση ακόμα στο τραπέζι.

Και το θάρρος να γινόμαστε, ο καθένας, λίγο περισσότερο ο εαυτός του.

Ο Βάσος δεν πέρασε απαρατήρητος από αυτόν τον κόσμο.

Και ευτυχώς.

Κι εμείς θα τον θυμόμαστε.

Όχι αγιοποιημένο.

Όχι εξωραϊσμένο.

Όχι λιγότερο Βάσο απ’ όσο υπήρξε.

Θα τον θυμόμαστε με τις αντιφάσεις του, τις υπερβολές του, τα πάθη του, τα γέλια του, τις αγωνίες του, τις ατέλειες του.

Θα τον θυμόμαστε όπως ακριβώς του πρέπει.

Με ένα χαμόγελο.

Με ένα πείραγμα.

Και, πάνω απ’ όλα,

Με πολλή αγάπη.

Στο Έρμα. Ακόμα ένα πνευματικό του παιδί, ακόμη ένα κομμάτι ζωής που μένει πίσω.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button