Η υπερδύναμη και τα τρία μέτωπα
Η παγκόσμια ισχύς δεν κρίνεται μόνο από το μέγεθος ενός στρατού, τον αριθμό των αεροπλανοφόρων ή την τεχνολογική υπεροχή.
Κρίνεται κυρίως από την ικανότητα μιας χώρας να επιλέγει πού, πότε και για ποιον σκοπό θα χρησιμοποιήσει τους πόρους της.

Αυτό είναι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά ζητήματα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει στρατιωτικές, οικονομικές και τεχνολογικές δυνατότητες που καμία άλλη χώρα δεν μπορεί εύκολα να συνδυάσει. Παράλληλα όμως βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που καμία υπερδύναμη δεν μπορεί να αγνοήσει: οι πόροι μπορεί να είναι τεράστιοι, αλλά δεν είναι απεριόριστοι.
Και οι απαιτήσεις αυξάνονται.
Στην Ευρώπη, η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί μια μεγάλη στρατηγική πρόκληση. Στη Μέση Ανατολή, οι συγκρούσεις απαιτούν στρατιωτική παρουσία, αεράμυνα, ναυτικές δυνάμεις, πυρομαχικά και πολιτική προσοχή. Στον Ινδοειρηνικό, η άνοδος της Κίνας δημιουργεί μια πολύ διαφορετική και πιθανότατα μακροπρόθεσμα σημαντικότερη πρόκληση.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ισχυρές.
Το ερώτημα είναι εάν μπορούν να παραμένουν εξίσου ισχυρές παντού.
Η γεωγραφία επιστρέφει
Για αρκετές δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική ισχύς λειτουργούσε μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον χωρίς έναν πραγματικά ισοδύναμο παγκόσμιο ανταγωνιστή.
Αυτή η περίοδος έχει παρέλθει.
Η Κίνα διαθέτει πλέον την οικονομική, βιομηχανική, τεχνολογική και στρατιωτική βάση για να αμφισβητεί την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, ιδιαίτερα στην Ασία. Η Ρωσία, παρά τους περιορισμούς της, διατηρεί σημαντική στρατιωτική ισχύ, τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο και τη δυνατότητα να επηρεάζει την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η Μέση Ανατολή, παρά τις επανειλημμένες αμερικανικές προσπάθειες περιορισμού της εμπλοκής, εξακολουθεί να απορροφά σημαντικούς πόρους.
Τρία διαφορετικά γεωγραφικά μέτωπα. Τρεις διαφορετικές στρατηγικές προκλήσεις.
Και καμία δεν περιμένει να ολοκληρωθεί η προηγούμενη.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της στρατηγικής υπερεπέκτασης. Μια χώρα μπορεί να είναι ισχυρότερη από καθέναν από τους ανταγωνιστές της χωριστά και παρ’ όλα αυτά να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα, εάν υποχρεώνεται να κατανέμει την ισχύ της σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα.
Η Κίνα έχει την πολυτέλεια του χρόνου
Η σημαντικότερη ίσως διαφορά ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον χρόνο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται συχνά να αντιδρούν σε άμεσες κρίσεις. Να μετακινούν πλοία, να ενισχύουν βάσεις, να στηρίζουν συμμάχους, να αποτρέπουν επιθέσεις και να αντιμετωπίζουν γεγονότα που απαιτούν γρήγορες αποφάσεις.
Η Κίνα μπορεί συχνά να λειτουργεί διαφορετικά.
Δεν χρειάζεται να προκαλεί κάθε κρίση. Μπορεί απλώς να παρακολουθεί.
Κάθε αμερικανικό πλοίο που δεσμεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια άλλη περιοχή δεν βρίσκεται στον Ειρηνικό. Κάθε κρίσιμο οπλικό σύστημα που καταναλώνεται πρέπει να αντικατασταθεί. Κάθε πρόσθετη στρατιωτική δέσμευση απαιτεί ανθρώπους, χρόνο, χρήματα και παραγωγική δυνατότητα.
Το Πεκίνο μπορεί επομένως να αντλεί στρατηγικό όφελος ακόμη και από συγκρούσεις στις οποίες δεν συμμετέχει.
Και αυτή είναι μια μορφή ισχύος που συχνά παραβλέπεται: η δυνατότητα να αφήνεις τον ανταγωνιστή σου να καταναλώνει τους δικούς του πόρους.
Η Ρωσία και η ευρωπαϊκή εξάρτηση
Η Ευρώπη αποτελεί το δεύτερο μεγάλο μέρος της εξίσωσης.
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Αυτό εξακολουθεί να προσφέρει στην Ευρώπη ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα, δημιουργεί όμως παράλληλα ένα δύσκολο ερώτημα.
Τι συμβαίνει εάν οι αμερικανικές προτεραιότητες μετακινηθούν αποφασιστικά προς την Ασία;
Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αντιμετωπίζει επ’ αόριστον την Κίνα ως τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη πρόκλησή της και ταυτόχρονα να διατηρεί αμετάβλητο το βάρος των υποχρεώσεών της σε κάθε άλλη περιοχή.
Αργά ή γρήγορα απαιτούνται επιλογές.
Αυτό σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν αποτελεί πλέον μόνο μια θεωρητική συζήτηση γύρω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αποτελεί ζήτημα πραγματικής κατανομής ισχύος.
Μια Ευρώπη που μπορεί να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της δικής της ασφάλειας δεν απομακρύνει κατ’ ανάγκην τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί, αντιθέτως, να κάνει τη διατλαντική σχέση περισσότερο ισορροπημένη και ανθεκτική.
Η Μέση Ανατολή ως στρατηγικός απορροφητήρας
Η Μέση Ανατολή παρουσιάζει ένα διαφορετικό πρόβλημα.
Εδώ και δεκαετίες, αμερικανικές κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών κατευθύνσεων επιδιώκουν κατά περιόδους να περιορίσουν την αμερικανική εμπλοκή. Η περιοχή όμως επανέρχεται διαρκώς στο κέντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Η αιτία είναι κατανοητή. Ενέργεια, θαλάσσιες οδοί, περιφερειακές ισορροπίες, σύμμαχοι, τρομοκρατία, πυρηνική διάδοση και παγκόσμιο εμπόριο δημιουργούν συμφέροντα που δεν μπορούν απλώς να αγνοηθούν.
Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην προστασία συμφερόντων και στη διαρκή στρατιωτική απορρόφηση.
Μια σύγκρουση που δεν διαθέτει σαφώς προσδιορισμένο πολιτικό τέλος μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό συνεχούς κατανάλωσης στρατηγικού κεφαλαίου.
Και το πραγματικό κόστος δεν είναι μόνο όσα ξοδεύονται σήμερα.
Είναι οι δυνατότητες που μπορεί να λείψουν αύριο.
Η βιομηχανική ισχύς επιστρέφει
Υπάρχει ακόμη μια διάσταση που ο σύγχρονος κόσμος είχε σε μεγάλο βαθμό ξεχάσει.
Οι πόλεμοι δεν διεξάγονται μόνο με προηγμένη τεχνολογία. Διεξάγονται και με παραγωγή.
Πυραύλους. Πυρομαχικά. Πλοία. Ανταλλακτικά. Συστήματα αεράμυνας. Εργοστάσια. Εξειδικευμένο προσωπικό. Εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η δυνατότητα μιας χώρας να παράγει και να αναπληρώνει στρατιωτικό υλικό μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με το υλικό που διαθέτει στην αρχή μιας σύγκρουσης.
Αυτό αλλάζει σταδιακά και την έννοια της εθνικής ισχύος.
Η οικονομία, η βιομηχανία, η τεχνολογία και η στρατιωτική στρατηγική δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως διαφορετικοί κόσμοι.
Αποτελούν τμήματα της ίδιας εξίσωσης.
Από την κυριαρχία στην επιλογή
Το σημαντικότερο ίσως δίδαγμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ότι πρέπει να αποσυρθούν από τον κόσμο.
Είναι ότι πρέπει να επιλέγουν περισσότερο.
Η εποχή κατά την οποία μια μοναδική υπερδύναμη μπορούσε να παρεμβαίνει σχεδόν παντού χωρίς να ανησυχεί σοβαρά για έναν ισχυρό ανταγωνιστή έχει τελειώσει.
Στον νέο κόσμο, η στρατηγική θα απαιτεί ιεράρχηση.
Ποια συμφέροντα είναι ζωτικά; Ποια είναι σημαντικά αλλά μπορούν να υπηρετηθούν διαφορετικά; Ποια βάρη μπορούν να αναλάβουν περισσότερο οι σύμμαχοι; Ποιες συγκρούσεις πρέπει να αποτραπούν και ποιες πρέπει να αποφευχθούν;
Αυτά τα ερωτήματα είναι δυσκολότερα από την απόφαση αποστολής ακόμη ενός αεροπλανοφόρου.
Είναι όμως πολύ σημαντικότερα.
Η μεγάλη πρόκληση για την Αμερική δεν είναι να αποδείξει ότι παραμένει η ισχυρότερη χώρα του κόσμου.
Είναι να μάθει να διατηρεί αυτή την ισχύ μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο οι ανταγωνιστές πολλαπλασιάζονται, οι πόροι δοκιμάζονται και κάθε επιλογή σε ένα μέτωπο επηρεάζει τις δυνατότητες σε ένα άλλο.
Γιατί η πραγματική στρατηγική εφεδρεία μιας υπερδύναμης δεν βρίσκεται μόνο στις αποθήκες, στους στόλους ή στα οπλοστάσιά της.
Βρίσκεται στην ελευθερία της να επιλέγει την επόμενη κίνησή της.
- Η Ήρα Θεοφίλου είναι αναλύτρια διεθνών σχέσεων με ενδιαφέρον για τη γεωπολιτική, τη διεθνή ασφάλεια και τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων. Η αρθρογραφία της εστιάζει στις μετατοπίσεις ισχύος, στις στρατηγικές επιλογές κρατών και συμμαχιών και στις ευρύτερες αλλαγές που αναδιαμορφώνουν το σύγχρονο διεθνές σύστημα.