Η Δύση απέναντι σε έναν κόσμο που δεν περιμένει
Η ισχύς δεν χάνεται μόνο με ήττες.
Χάνεται και με την αδυναμία κατανόησης ενός κόσμου που αλλάζει.

Για αρκετές δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, στη Δύση επικράτησε η πεποίθηση ότι η διεθνής τάξη είχε αποκτήσει περίπου οριστική κατεύθυνση.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία, η οικονομία της αγοράς, η παγκοσμιοποίηση και ένα σύστημα διεθνών θεσμών που είχε διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό υπό δυτική επιρροή εμφανίζονταν ως το φυσικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξελισσόταν ο κόσμος.
Η πραγματικότητα αποδείχθηκε περισσότερο σύνθετη.
Δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για παρακμή της Δύσης ούτε για αναπόφευκτη επικράτηση κάποιας νέας Ανατολής. Πρόκειται κυρίως για τη σταδιακή διαμόρφωση ενός κόσμου στον οποίο περισσότερα κράτη διεκδικούν χώρο, αυτονομία και λόγο στις διεθνείς υποθέσεις.
Η Κίνα αποτελεί πλέον οικονομική και τεχνολογική δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας. Η Ινδία διεκδικεί μεγαλύτερο διεθνή ρόλο χωρίς να επιθυμεί να ενταχθεί πλήρως σε κάποιο στρατόπεδο. Η Ρωσία, παρά τις κυρώσεις και το τεράστιο κόστος του πολέμου στην Ουκρανία, εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές σχέσεις πέρα από τον δυτικό κόσμο. Παράλληλα, χώρες της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής επιδιώκουν ολοένα περισσότερο να αποφασίζουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα.
Αυτό δημιουργεί ένα ερώτημα που η Δύση χρειάζεται να αντιμετωπίσει χωρίς φόβο και χωρίς αυταπάτες.
Μήπως το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι ο υπόλοιπος κόσμος απομακρύνεται από τη Δύση, αλλά ότι η Δύση δυσκολεύεται να αποδεχθεί πως ο υπόλοιπος κόσμος δεν είναι υποχρεωμένος να την ακολουθεί;
Από την ηγεσία στην αξίωση συμμόρφωσης
Οι δημοκρατικές ελευθερίες, το κράτος δικαίου, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η δυνατότητα ανοικτής αμφισβήτησης της εξουσίας αποτελούν σημαντικές κατακτήσεις. Δεν χρειάζεται να τις σχετικοποιήσουμε για να αναγνωρίσουμε ότι η εφαρμογή τους υπήρξε πολλές φορές επιλεκτική στις διεθνείς σχέσεις.
Εδώ ακριβώς δημιουργείται ένα πρόβλημα αξιοπιστίας.
Εάν οι ίδιες αρχές προβάλλονται αυστηρά απέναντι σε έναν αντίπαλο αλλά πολύ πιο ελαστικά απέναντι σε έναν σύμμαχο, το ζήτημα δεν είναι μόνο ηθικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό.
Οι κοινωνίες εκτός Δύσης παρακολουθούν αυτές τις αντιφάσεις. Θυμούνται πολέμους, επεμβάσεις, κυρώσεις, ανατροπές κυβερνήσεων και διαφορετικά μέτρα αξιολόγησης παρόμοιων συμπεριφορών. Δεν σημαίνει ότι οι δικές τους κυβερνήσεις είναι περισσότερο δημοκρατικές ή περισσότερο δίκαιες. Σημαίνει όμως ότι το δυτικό επιχείρημα περί μιας διεθνούς τάξης βασισμένης αποκλειστικά σε αρχές αντιμετωπίζεται πλέον με μεγαλύτερη δυσπιστία.
Και η δυσπιστία αυτή έχει γεωπολιτικές συνέπειες.
Ένας κόσμος πολλών κέντρων
Η σημαντικότερη μεταβολή δεν είναι η δημιουργία ενός ενιαίου αντιδυτικού μετώπου.
Ένα τέτοιο μέτωπο ουσιαστικά δεν υπάρχει.
Η Κίνα και η Ινδία έχουν σημαντικές διαφορές. Η Ρωσία και η Κίνα συνεργάζονται, αλλά δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες δυνάμεις. Τα κράτη του Κόλπου ενισχύουν τις σχέσεις τους με την Ασία χωρίς να εγκαταλείπουν τους παραδοσιακούς δεσμούς τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.
Αυτό ακριβώς είναι το καινούργιο.
Πολλά κράτη δεν επιθυμούν πλέον να επιλέξουν αποκλειστικά στρατόπεδο. Επιλέγουν συνεργασίες ανάλογα με το ζήτημα, το συμφέρον και τη συγκυρία.
Ο κόσμος γίνεται περισσότερο συναλλακτικός, πολυκεντρικός και απρόβλεπτος.
Η απάντηση της Δύσης δεν μπορεί να είναι η απαίτηση από κάθε χώρα να αποδείξει σε ποια πλευρά βρίσκεται. Μια τέτοια προσέγγιση ενδέχεται να επιταχύνει ακριβώς τις τάσεις που επιδιώκει να περιορίσει.
Η επικοινωνία δεν είναι επιβράβευση
Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα της σημερινής διεθνούς πολιτικής είναι η τάση να συγχέεται ο διάλογος με την αποδοχή.
Δεν είναι το ίδιο.
Η διπλωματία δεν δημιουργήθηκε για να συνομιλούν μόνο όσοι συμφωνούν. Αποκτά τη μεγαλύτερη αξία της εκεί όπου υπάρχουν βαθιές διαφορές, ανταγωνισμοί και ακόμη και εχθρότητα.
Μια δημοκρατική χώρα μπορεί να υπερασπίζεται τις αξίες της και ταυτόχρονα να συνομιλεί με ένα αυταρχικό καθεστώς. Μπορεί να απορρίπτει μια στρατιωτική εισβολή και παράλληλα να αναζητεί πολιτική διέξοδο. Μπορεί να επιβάλλει κόστος για συγκεκριμένες πράξεις χωρίς να κλείνει κάθε δίαυλο επικοινωνίας.
Αυτό δεν είναι αδυναμία.
Είναι η ουσία της διπλωματίας.
Η απομόνωση μπορεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες να αποτελεί χρήσιμο εργαλείο πίεσης. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε μόνιμη στρατηγική, ιδιαίτερα απέναντι σε μεγάλες χώρες που διαθέτουν πληθυσμό, πόρους, στρατιωτική ισχύ και εναλλακτικές οικονομικές σχέσεις.
Το ιδιαίτερο ευρωπαϊκό ζήτημα
Η Ευρώπη βρίσκεται ίσως μπροστά στο δυσκολότερο δίλημμα.
Διαθέτει τεράστια οικονομική δύναμη, πολιτισμικό βάθος, θεσμική εμπειρία και σημαντική επιρροή. Παρ’ όλα αυτά, δυσκολεύεται συχνά να μετατρέψει αυτά τα πλεονεκτήματα σε αυτόνομη στρατηγική παρουσία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κάθε λόγο να υπερασπίζεται τη δημοκρατία, το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έχει όμως εξίσου σοβαρό λόγο να βρίσκεται παρούσα εκεί όπου διαμορφώνονται οι νέες ισορροπίες.
Να συνομιλεί με την Αφρική χωρίς πατερναλισμό.
Με την Ινδία χωρίς να απαιτεί πλήρη γεωπολιτική ευθυγράμμιση.
Με την Κίνα χωρίς ούτε αφέλεια ούτε δαιμονοποίηση.
Με τη Μέση Ανατολή αναγνωρίζοντας τις τεράστιες μεταβολές που συντελούνται.
Και κάποια στιγμή, μέσα σε ένα βιώσιμο πλαίσιο ασφάλειας, να μπορεί να συνομιλεί και με τη Ρωσία για τη μελλοντική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, χωρίς αυτό να σημαίνει αποδοχή της παραβίασης της κυριαρχίας οποιουδήποτε κράτους.
Η γεωγραφία δεν αλλάζει επειδή αλλάζουν οι κυβερνήσεις.
Η δύναμη της αυτοκριτικής
Το μεγάλο πλεονέκτημα των δημοκρατικών κοινωνιών δεν είναι ότι δεν κάνουν λάθη.
Είναι ότι μπορούν να τα συζητούν.
Η ελευθερία του λόγου, η ανεξάρτητη δημοσιογραφία, η πολιτική αντιπαράθεση και η δυνατότητα κριτικής ακόμη και στις κυρίαρχες επιλογές αποτελούν στοιχεία ισχύος και όχι αδυναμίας.
Εάν περιοριστούν στο όνομα της προστασίας της κοινωνίας από την προπαγάνδα, την παραπληροφόρηση ή την ξένη επιρροή, δημιουργείται μια δύσκολη αντίφαση. Η δημοκρατία κινδυνεύει να υπερασπίζεται την ελευθερία περιορίζοντάς την.
Ασφαλώς, η οργανωμένη παραπληροφόρηση είναι πραγματικό πρόβλημα. Το ίδιο και οι ξένες επιχειρήσεις επιρροής. Η απάντηση όμως μιας ανοικτής κοινωνίας χρειάζεται πρωτίστως να είναι περισσότερη γνώση, μεγαλύτερη διαφάνεια, καλύτερη παιδεία και ισχυρότερη κριτική σκέψη.
Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος να υιοθετήσουμε σταδιακά πρακτικές που επικρίνουμε στους αντιπάλους μας.
Όχι λιγότερη Δύση, αλλά καλύτερη Δύση
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι εάν πρέπει να εγκαταλειφθούν οι δυτικές αξίες για χάρη ενός νέου ρεαλισμού.
Το αντίθετο.
Η Δύση μπορεί να παραμείνει ισχυρή ακριβώς επειδή διαθέτει θεσμούς που επιτρέπουν την αυτοκριτική, κοινωνίες που μπορούν να ανανεώνονται και πολιτικά συστήματα στα οποία η εξουσία μπορεί να αμφισβητείται.
Αλλά η επιρροή δεν επιβάλλεται μόνο με οικονομική ή στρατιωτική δύναμη.
Κερδίζεται και με αξιοπιστία.
Με συνέπεια.
Με την ικανότητα να ακούμε.
Με την αποδοχή ότι διαφορετικές κοινωνίες έχουν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και διαφορετικές αντιλήψεις για τα συμφέροντά τους.
Και κυρίως με την κατανόηση ότι η διεθνής πολιτική δεν είναι διαγωνισμός ηθικής καθαρότητας. Είναι η δύσκολη προσπάθεια συνύπαρξης κρατών που συχνά διαφωνούν βαθιά, αλλά μοιράζονται τον ίδιο πλανήτη.
Η Δύση δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει όσα πιστεύει για να προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα.
Χρειάζεται να τα υπηρετεί με μεγαλύτερη συνέπεια.
Διότι στον κόσμο που αναδύεται, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος θα υποχρεώσει τους περισσότερους να τον ακολουθήσουν.
Είναι ποιος θα μπορέσει να συνομιλήσει με τους περισσότερους χωρίς να χάσει τον εαυτό του.
- Ο Έκτορας Κογιώνης είναι συνεργάτης της Agora Dialogue και αρθρογραφεί κυρίως για ζητήματα διεθνών σχέσεων, γεωπολιτικής, δημοκρατίας και κοινωνίας. Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται ως επί το πλείστον στις μεταβολές της διεθνούς τάξης, στη σχέση ισχύος και θεσμών και στην ανάγκη κριτικής προσέγγισης των σύνθετων σύγχρονων προκλήσεων. Τα κείμενά του επιδιώκουν να συμβάλλουν σε έναν ανοικτό δημόσιο διάλογο, χωρίς δεδομένες απαντήσεις και απόλυτες βεβαιότητες.