Omelas: Η αδικία που μάθαμε να μην βλέπουμε
Μια διαφορετική σκέψη για την Καλή Κοινωνία
Η Omelas δεν είναι μια δυστοπία με τη συνηθισμένη έννοια.
Δεν κυβερνάται από έναν τύραννο.
Δεν υπάρχει μυστική αστυνομία, δουλεία ή καταναγκασμός.
Οι άνθρωποι της δεν παρουσιάζονται ως αφελείς ή πρωτόγονοι.
Είναι ώριμοι, ευφυείς και ελεύθεροι.
Η πόλη τους είναι όμορφη, ειρηνική και γεμάτη μουσική, δημιουργία και χαρά.
Και ακριβώς γι’ αυτό η ιστορία της Ursula K. Le Guin είναι τόσο ενοχλητική.
The Ones Who Walk Away From Omelas

More Than Just Bread – FoodForThought
Εάν η Omelas ήταν απλώς μια κοινωνία κακών ανθρώπων, το ηθικό πρόβλημα θα ήταν εύκολο. Θα μπορούσαμε να την καταδικάσουμε και να απομακρυνθούμε.
Όμως η Le Guin δεν μας προσφέρει αυτή την ευκολία.
Κάτω από όλη αυτή την ευημερία υπάρχει ένα παιδί.
Μόνο του.
Κλεισμένο σε έναν μικρό, σκοτεινό και βρόμικο χώρο. Φοβισμένο, υποσιτισμένο, παραμελημένο. Κάποτε θυμόταν το φως και τη φωνή της μητέρας του. Κάποτε ζητούσε να το αφήσουν ελεύθερο. Σταδιακά σταματά ακόμη και να ζητά.
Το συγκλονιστικότερο, όμως, δεν είναι μόνο η ύπαρξη του παιδιού.
Είναι ότι όλοι γνωρίζουν.
Οι πολίτες της Omelas γνωρίζουν ότι η δική τους ευτυχία, οι φιλίες τους, η υγεία των παιδιών τους, η γνώση, η τέχνη, η αφθονία και η ομορφιά της πόλης τους θεωρείται ότι εξαρτώνται από τη δυστυχία αυτού του ενός παιδιού.
Εδώ η ιστορία παύει να αφορά μόνο το παιδί.
Αρχίζει να αφορά όλους τους υπόλοιπους.
Η εκπαίδευση στην αποδοχή
Τα παιδιά της Omelas μαθαίνουν την αλήθεια συνήθως σε ηλικία που μπορούν πλέον να την κατανοήσουν. Βλέπουν το παιδί. Συγκλονίζονται. Αηδιάζουν. Θυμώνουν. Θέλουν να κάνουν κάτι.
Ύστερα όμως αρχίζει μια άλλη διαδικασία.
Τους εξηγούν.
Εάν το παιδί απελευθερωθεί, τους λένε, ολόκληρη η ευημερία της Omelas θα καταρρεύσει. Οι όροι είναι απόλυτοι. Ούτε καν ένας καλός λόγος δεν επιτρέπεται να του προσφερθεί.
Και σταδιακά πολλοί συμφιλιώνονται με αυτό που αρχικά θεωρούσαν αδιανόητο.
Εδώ βρίσκεται ενδεχομένως η πιο διαχρονική διάσταση της παραβολής.
Οι κοινωνίες δεν χρειάζεται πάντοτε να αρνούνται την αδικία για να συμβιώνουν μαζί της.
Μπορούν να την εξηγήσουν.
Μπορούν να της δώσουν ένα όνομα, μια αναγκαιότητα, μια λογική. Μπορούν να υποστηρίξουν ότι η εναλλακτική λύση θα ήταν χειρότερη. Ότι το κόστος της αλλαγής θα ήταν υπερβολικά μεγάλο. Ότι το σύστημα, παρά τις ατέλειες του, εξυπηρετεί τους περισσότερους.
Και κάποια στιγμή η συζήτηση μετακινείται ανεπαίσθητα.
Δεν ρωτούμε πλέον εάν η αδικία είναι σωστή.
Ρωτούμε εάν μπορούμε να αντέξουμε το κόστος της κατάργησης της.
Η κανονικότητα ως ηθικό πρόβλημα
Οι κάτοικοι της Omelas δεν παύουν απαραίτητα να αισθάνονται συμπόνια.
Αυτό κάνει το πρόβλημα ακόμη δυσκολότερο.
Γνωρίζουν. Λυπούνται. Κάποιοι κλαίνε. Κάποιοι θυμώνουν για εβδομάδες ή χρόνια. Ύστερα η ζωή συνεχίζεται.
Η Le Guin περιγράφει μάλιστα τη διαδικασία μέσα από την οποία η αρχική τους αγανάκτηση μετατρέπεται σε αποδοχή της «terrible justice of reality».
Έτσι αναδύεται ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα για την Καλή Κοινωνία:
Αρκεί να είμαστε καλοί άνθρωποι μέσα σε ένα σύστημα που παράγει ή συντηρεί αδικία;
Ή μήπως η ποιότητα μιας κοινωνίας κρίνεται ακριβώς από εκείνους που βρίσκονται στο περιθώριο της, από όσους δεν συμμετέχουν στην ευημερία της και από το τίμημα που άλλοι καλούνται να καταβάλουν γι’ αυτήν;
Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε ένα πραγματικό αντίστοιχο της Omelas. Η παραβολή θα έχανε κάτι από τη δύναμη της εάν επιχειρούσαμε να αντιστοιχίσουμε το παιδί σε μια συγκεκριμένη ομάδα, χώρα ή ιστορική περίπτωση.
Το ουσιαστικότερο είναι το ερώτημα που μας επιστρέφει:
Ποιο κόστος έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογικό επειδή εμείς δεν το πληρώνουμε;
Και εκείνοι που φεύγουν;
Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνοι που δεν συμφιλιώνονται.
Βλέπουν το παιδί και κάποια στιγμή φεύγουν.
Δεν οργανώνουν επανάσταση. Δεν απελευθερώνουν το παιδί. Δεν παρουσιάζουν ένα καλύτερο πολιτικό σύστημα. Απλώς εγκαταλείπουν την Omelas, μόνοι, και προχωρούν προς έναν τόπο που η Le Guin δηλώνει ότι δεν μπορεί καν να περιγράψει. Μπορεί να μην υπάρχει. Εκείνοι, όμως, συνεχίζουν.
Και εδώ η συγγραφέας αποφεύγει ξανά την εύκολη απάντηση.
Είναι η αποχώρηση ηθικό θάρρος;
Είναι άρνηση συνενοχής;
Ή αποτελεί και αυτή μια μορφή εγκατάλειψης, αφού το παιδί παραμένει κλειδωμένο στο ίδιο δωμάτιο;
Μήπως η πραγματική πρόκληση δεν είναι ούτε να αποδεχθούμε την Omelas ούτε απλώς να φύγουμε από αυτήν, αλλά να αναζητήσουμε έναν τρόπο να αλλάξουμε τους όρους πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε;
Η Καλή Κοινωνία δεν είναι μόνο η ευτυχισμένη κοινωνία
Το The Ones Who Walk Away from Omelas εντάσσεται στο υλικό του Agora Dialogue – The Programme κάτω από την ευρύτερη θεματική The Good Society.
Και αυτή η τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Διότι η Omelas μας υποχρεώνει να διαχωρίσουμε έννοιες που συχνά θεωρούμε αυτονόητα ταυτόσημες.
Μια κοινωνία μπορεί να είναι πλούσια χωρίς να είναι δίκαιη.
Μπορεί να είναι ευτυχισμένη για τους πολλούς χωρίς να είναι καλή για όλους.
Μπορεί να διαθέτει γνώση, πολιτισμό, ελευθερία και ευημερία και παρ’ όλα αυτά να έχει θεμελιώσει όλα αυτά πάνω σε κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να υπερασπιστεί εάν έπρεπε να το αντικρίσει χωρίς δικαιολογίες.
Ίσως λοιπόν το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Θα μέναμε ή θα φεύγαμε από την Omelas;»
Είναι προηγουμένως κάτι δυσκολότερο:
Θα αναγνωρίζαμε το δικό μας Omelas εάν ζούσαμε ήδη μέσα σε αυτό;
Και ακόμη περισσότερο:
Πόση αδικία μπορεί να αποδεχθεί μια κοινωνία προτού πάψει να δικαιούται να αποκαλεί τον εαυτό της καλή;
- Η Άρτεμις Ορφανού συμμετέχει στις δράσεις του Agora Dialogue, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ζητήματα κοινωνίας, παιδείας και ενεργού πολιτότητας. Μέσα από τον διάλογο και τη συλλογική διερεύνηση ιδεών, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα ερωτήματα που συνδέουν τις ανθρώπινες αξίες με τις επιλογές μας στην καθημερινή και δημόσια ζωή.
- Η Εύα Ιερείδου συμμετέχει στο Agora Dialogue και στις πρωτοβουλίες του για ανταλλαγή γνώσης και ιδεών. Το ενδιαφέρον της επικεντρώνεται στον ουσιαστικό διάλογο, στην κοινωνική ευθύνη και στη διερεύνηση διαφορετικών οπτικών γύρω από σύγχρονα ηθικά και κοινωνικά ζητήματα.
- Ο Ντίνος Τουμάζος είναι συνιδρυτής και Εκτελεστικός Διευθυντής του Agora Dialogue. Εδώ και πολλά χρόνια ασχολείται με πρωτοβουλίες που συνδέουν τη γνώση και τον διάλογο με την ενεργό πολιτότητα και την υπεύθυνη ηγεσία, με ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία χώρων όπου διαφορετικές απόψεις μπορούν να συναντώνται, να αμφισβητούνται και να εξελίσσονται.