Σε ποιον ανήκει τελικά το παιχνίδι;
Το The Age of Football του David Goldblatt και η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αξία και την τιμή.
Υπάρχουν πράγματα που αγοράζονται και πράγματα που αποκτούν αξία επειδή μοιράζονται.

H αγορά μετρά.
Το ποδόσφαιρο γεννήθηκε πολύ πιο κοντά στα δεύτερα.
Ένα παιδί χρειάζεται ελάχιστα για να παίξει. Μια μπάλα, κάποιους φίλους και λίγο χώρο. Δεν χρειάζεται εισιτήριο, χορηγό, τηλεοπτικό συμβόλαιο ή ιδιοκτήτη. Ίσως αυτή η απλότητα εξηγεί ένα μέρος της τεράστιας δύναμης του παιχνιδιού.
Κι όμως, γύρω από αυτή την απλή ιδέα οικοδομήθηκε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες θεάματος στον κόσμο.
Στο The Age of Football: Soccer and the 21st Century, ο David Goldblatt δεν γράφει απλώς για ποδόσφαιρο. Χρησιμοποιεί το δημοφιλέστερο άθλημα του πλανήτη για να εξετάσει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε.
Έναν κόσμο πλούτου και ανισότητας, πολιτικής και εξουσίας, παγκοσμιοποίησης και ταυτότητας, τεράστιων οικονομικών συμφερόντων αλλά και μιας επίμονης ανθρώπινης ανάγκης να ανήκουμε κάπου.
Και κάπου ανάμεσα στα δυο βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση του σύγχρονου ποδοσφαίρου.
Από την κοινότητα στην παγκόσμια αγορά
Οι μεγάλοι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι δεν είναι πλέον απλώς ομάδες μιας πόλης ή μιας γειτονιάς.
Είναι παγκόσμιες επιχειρήσεις.
Έχουν εκατομμύρια φίλους σε χώρες που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το γήπεδό τους. Οι ποδοσφαιριστές είναι διεθνείς προσωπικότητες. Τα τηλεοπτικά δικαιώματα αποτιμώνται σε τεράστια ποσά. Οι φανέλες, τα γήπεδα, οι διοργανώσεις και σχεδόν κάθε ορατή επιφάνεια μπορούν να αποκτήσουν εμπορική αξία.
Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό.
Η επαγγελματοποίηση δημιούργησε καλύτερες εγκαταστάσεις, καλύτερη προπόνηση, μεγαλύτερη ασφάλεια και πρωτόγνωρες δυνατότητες για αθλητές και συλλόγους. Η τεχνολογία επιτρέπει σε εκατομμύρια ανθρώπους να παρακολουθούν το ίδιο παιχνίδι την ίδια στιγμή από διαφορετικές γωνιές του κόσμου.
Το ποδόσφαιρο έγινε πραγματικά παγκόσμιο.
Το ερώτημα όμως δεν είναι εάν πρέπει να υπάρχει χρήμα στον αθλητισμό.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό:
Τι συμβαίνει καθώς το χρήμα παύει να υπηρετεί το παιχνίδι και το παιχνίδι αρχίζει να υπηρετεί το χρήμα;
Ο φίλαθλος και ο πελάτης
Η διαφορά φαίνεται μικρή.
Δεν είναι.
Ο πελάτης αγοράζει ένα προϊόν.
Ο φίλαθλος επενδύει κάτι πολύ διαφορετικό. Χρόνο, μνήμη, συναίσθημα, πίστη, οικογενειακές ιστορίες, χαρές και απογοητεύσεις.
Μπορεί κάποιος να αλλάξει μάρκα κινητού τηλεφώνου επειδή βρήκε καλύτερη τιμή. Πολύ δυσκολότερα αλλάζει την ομάδα που του έμαθε να αγαπά ο πατέρας ή η μητέρα του.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται κάτι που η αγορά δυσκολεύεται να μετρήσει.
Μπορεί να υπολογίσει πόσο κοστίζει ένα εισιτήριο.
Δεν μπορεί να υπολογίσει τι σημαίνει η θέση εκείνη για τον άνθρωπο που καθόταν στην ίδια κερκίδα μαζί με τον πατέρα του πριν από σαράντα χρόνια.
Μπορεί να υπολογίσει την οικονομική αξία ενός συλλόγου.
Δεν μπορεί εύκολα να αποτιμήσει τη θέση του στη μνήμη μιας πόλης.
Μπορεί να αγοράσει το όνομα ενός γηπέδου.
Δεν μπορεί να αγοράσει τις αναμνήσεις που δημιουργήθηκαν μέσα σε αυτό.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάκριση που μας βοηθά να σκεφτούμε το βιβλίο του Goldblatt.
Άλλο τι κοστίζει κάτι και άλλο πόσο αξίζει.
Η ανισότητα περνά και τη γραμμή του γηπέδου
Το σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν βρίσκεται έξω από την κοινωνία.
Αντιθέτως, συχνά μεγεθύνει τις αντιφάσεις της.
Ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερους συλλόγους. Επενδυτές και κρατικά συμφέροντα μπορούν να μεταβάλουν τις ισορροπίες ολόκληρων διοργανώσεων. Οι οικονομικές δυνατότητες διαφορετικών ομάδων απέχουν περισσότερο από ποτέ.
Και κάπου μέσα σε αυτή την τεράστια οικονομία βρίσκεται ακόμη ο απλός φίλαθλος.
Ο άνθρωπος που θέλει απλώς να πάει με το παιδί του στο γήπεδο.
Εάν όμως το εισιτήριο γίνεται απρόσιτο, εάν το γήπεδο προσανατολίζεται όλο και περισσότερο στον επισκέπτη υψηλής αγοραστικής δύναμης και εάν η τοπική κοινότητα σταδιακά παρακολουθεί από απόσταση κάτι που κάποτε θεωρούσε δικό της, τότε δεν αλλάζει απλώς το επιχειρηματικό μοντέλο.
Αλλάζει ο κοινωνικός χαρακτήρας του παιχνιδιού.
Το ποδόσφαιρο ως κοινός χώρος
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.
Οι σύγχρονες κοινωνίες διαθέτουν όλο και λιγότερους χώρους στους οποίους πολύ διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν μέρος του ίδιου πράγματος.
Ζούμε περισσότερο εξατομικευμένες ζωές. Καταναλώνουμε διαφορετικά μέσα ενημέρωσης. Κινούμαστε σε διαφορετικούς ψηφιακούς κόσμους. Συχνά ακόμη και η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι πλέον κοινή.
Το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να δημιουργεί κάτι σπάνιο.
Μια κοινή στιγμή.
Χιλιάδες άνθρωποι σηκώνονται ταυτόχρονα από τις θέσεις τους.
Άγνωστοι αγκαλιάζονται ύστερα από ένα γκολ.
Τρεις γενιές μιας οικογένειας μπορούν να θυμούνται διαφορετικούς ποδοσφαιριστές αλλά την ίδια ομάδα.
Για ενενήντα λεπτά, άνθρωποι που ενδεχομένως δεν συμφωνούν σχεδόν σε τίποτε άλλο μοιράζονται την ίδια αγωνία.
Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.
Είναι μια μορφή κοινωνικού κεφαλαίου.
Και γι’ αυτό το ερώτημα της εμπορευματοποίησης δεν αφορά μόνο το ποδόσφαιρο.
Αφορά το τι επιλέγουμε ως κοινωνίες να προστατεύσουμε από την απόλυτη κυριαρχία της αγοράς.
Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στην αγορά και το παιχνίδι
Θα ήταν εύκολο να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν.
Δεν υπήρξε ποτέ εποχή κατά την οποία το ποδόσφαιρο ήταν εντελώς απαλλαγμένο από χρήμα, πολιτική, βία, διακρίσεις ή συμφέροντα.
Ούτε υπάρχει σοβαρός λόγος να επιθυμούμε επιστροφή σε ένα φανταστικό παρελθόν.
Η πραγματική πρόκληση βρίσκεται μπροστά μας.
- Μπορούμε να έχουμε οικονομικά ισχυρούς συλλόγους χωρίς να αποκόπτονται από τις κοινότητές τους;
- Μπορούμε να έχουμε επενδύσεις χωρίς οι φίλαθλοι να μετατρέπονται αποκλειστικά σε καταναλωτές;
- Μπορούμε να ανταμείβουμε εξαιρετικά τους κορυφαίους αθλητές χωρίς η οικονομική ανισότητα να ακυρώνει σταδιακά την ουσία του ανταγωνισμού;
- Μπορεί ένας σύλλογος να είναι ταυτόχρονα επιχείρηση και θεματοφύλακας μιας συλλογικής κληρονομιάς;
Και ποιος πρέπει να έχει λόγο για το μέλλον του;
- Ο ιδιοκτήτης;
- Ο επενδυτής;
- Ο χορηγός;
- Η τηλεοπτική πλατφόρμα;
- Ή και οι άνθρωποι που δημιούργησαν, μέσα από γενιές, την κοινωνική αξία την οποία σήμερα όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να εμπορευθούν;
Ένα ερώτημα πολύ μεγαλύτερο από το ποδόσφαιρο
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική σημασία του The Age of Football.
Μας αναγκάζει να κοιτάξουμε πέρα από το γήπεδο.
Το ίδιο ερώτημα συναντούμε στην κατοικία, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στον πολιτισμό, στο φυσικό περιβάλλον και σε πολλά άλλα πεδία της ζωής.
Η αγορά μπορεί να μας βοηθήσει να καθορίσουμε μια τιμή.
Δεν μπορεί από μόνη της να αποφασίσει τι αξίζει να προστατεύσουμε.
Αυτή είναι δουλειά της κοινωνίας.
Και αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα για κάθε Καλή Κοινωνία: όχι πώς θα εξαλείψει τις αγορές, αλλά πώς θα αποφασίσει πού πρέπει να σταματούν.
Το ποδόσφαιρο είναι ίσως ένα εξαιρετικό μέρος για να αρχίσουμε αυτή τη συζήτηση.
Διότι παρά τα δισεκατομμύρια, τα τηλεοπτικά συμβόλαια, τους χορηγούς, τους επενδυτές και τις παγκόσμιες διοργανώσεις, το παιχνίδι εξακολουθεί να μπορεί να αρχίσει με κάτι εκπληκτικά απλό.
Μερικά παιδιά.
Έναν ελεύθερο χώρο.
Και μια μπάλα.
Ίσως εκεί βρίσκεται και κάτι που αξίζει να θυμόμαστε:
Η αγορά μπορεί να αγοράσει σχεδόν ολόκληρο το θέαμα. Δεν σημαίνει ότι δημιούργησε και το παιχνίδι.
- Η Χαρίκλεια Κεχαγιόγλου γράφει για το Agora Dialogue πάνω σε κοινωνικά και διεθνή ζητήματα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα συλλογικά αγαθά και τον τρόπο με τον οποίο οι οικονομικές και πολιτικές μεταβολές επηρεάζουν τις κοινότητες και την καθημερινή ζωή. Στα κείμενά της επιδιώκει να προσεγγίζει τα σύγχρονα ζητήματα πέρα από τις άμεσες εξελίξεις, αναζητώντας τα ευρύτερα ερωτήματα ευθύνης, δικαιοσύνης και κοινωνικής συνοχής που βρίσκονται πίσω από αυτά.