Θαλάσσια πάρκα και η ΑΟΖ που παραμένει στο περιθώριο
Η νέα ελληνοτουρκική αντιπαράθεση γύρω από τα θαλάσσια πάρκα μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με ακόμη ένα επεισόδιο μιας μακράς διαφοράς για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν είναι μόνο αυτό.

Aποτυπώνουν δικαιώματα, διεκδικήσεις και στρατηγικές επιλογές.
Η απόφαση της Τουρκίας να θεσπίσει δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα», στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, επαναφέρει ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα.
Με ποιον τρόπο δύο γειτονικά κράτη αντιλαμβάνονται, κατοχυρώνουν και ασκούν τα δικαιώματά τους στη θάλασσα.
Και κυρίως επαναφέρει ένα ερώτημα που στην ελληνική δημόσια συζήτηση εμφανίζεται και εξαφανίζεται εδώ και χρόνια.
Τι γίνεται με την ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη;
Τα πάρκα δεν είναι απλώς περιβαλλοντικά
Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος αποτελεί ασφαλώς θεμιτό και αναγκαίο στόχο.
Κανείς όμως δεν πρέπει να είναι τόσο αφελής ώστε να εξετάζει τις πρόσφατες τουρκικές αποφάσεις αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της οικολογίας.
Η μία περιοχή βρίσκεται στο Βορειοανατολικό Αιγαίο. Η άλλη εκτείνεται από τις τουρκικές ακτές βαθιά προς την Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργώντας μια γεωγραφική πραγματικότητα που αγγίζει άμεσα τον θαλάσσιο χώρο γύρω από το Καστελλόριζο.
Οι γραμμές στον χάρτη έχουν σημασία.
Και στην Ανατολική Μεσόγειο καμία γραμμή δεν είναι πολιτικά αθώα.
Η Τουρκία επιχειρεί εδώ και χρόνια να εδραιώσει τη δική της αντίληψη για τις θαλάσσιες ζώνες. Η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα», οι χάρτες, οι έρευνες, οι NAVTEX, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τώρα οι περιβαλλοντικές ζώνες αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις μιας συνεπούς στρατηγικής προβολής διεκδικήσεων.
Το κάθε βήμα εξετάζεται χωριστά.
Η στρατηγική όμως πρέπει να διαβάζεται συνολικά.
Το Διεθνές Δίκαιο δεν αλλάζει με έναν χάρτη
Η μονομερής έκδοση ενός εσωτερικού προεδρικού διατάγματος δεν μπορεί να μεταβάλει το διεθνές νομικό καθεστώς μιας θαλάσσιας περιοχής.
Δεν μπορεί να δημιουργήσει κυριαρχία εκεί όπου δεν υπάρχει.
Δεν μπορεί να εξαφανίσει δικαιώματα άλλων κρατών.
Και δεν μπορεί να μετατρέψει αμφισβητούμενες ή διεθνείς θαλάσσιες περιοχές σε εθνική δικαιοδοσία απλώς επειδή σχεδιάστηκαν πάνω σε έναν χάρτη και χαρακτηρίστηκαν «θαλάσσιο πάρκο».
Η ελληνική αντίδραση επομένως είναι εύλογη.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται επ’ αόριστον στο να εξηγεί γιατί οι κινήσεις της Τουρκίας είναι παράνομες.
Χρειάζεται ταυτόχρονα να εξηγεί και να εφαρμόζει με συνέπεια τη δική της θαλάσσια στρατηγική.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ξανά η ΑΟΖ
Η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και μερικής οριοθέτησης με την Αίγυπτο.
Στις κρίσιμες όμως περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου το ζήτημα παραμένει ανοικτό.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.
Η υφαλοκρηπίδα δεν χρειάζεται ανακήρυξη. Τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επ’ αυτής υφίστανται αυτοδικαίως.
Η ΑΟΖ είναι διαφορετική θαλάσσια ζώνη και πρέπει να ανακηρυχθεί.
Η διαφορά δεν είναι απλώς νομική λεπτομέρεια.
Στην ΑΟΖ το παράκτιο κράτος διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα όχι μόνο για τους πόρους του βυθού και του υπεδάφους αλλά και για τους φυσικούς πόρους των υπερκείμενων υδάτων, καθώς και συγκεκριμένες αρμοδιότητες που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς τώρα που η αντιπαράθεση αφορά «θαλάσσια πάρκα».
Το παράδοξο
Εδώ εμφανίζεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο.
Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Ελλάδα είναι.
Κι όμως, η Άγκυρα κινείται διαρκώς στον χώρο, χαρτογραφεί, ανακοινώνει, διεκδικεί, αμφισβητεί και επιχειρεί να δημιουργήσει τη δική της αντίληψη πραγματικότητας.
Η Αθήνα, αντιθέτως, πολύ συχνά εμφανίζεται στη θέση εκείνου που απαντά.
Η Τουρκία ενεργεί.
Η Ελλάδα αντιδρά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να αντιγράψει την τουρκική πρακτική ή να προβεί σε κινήσεις που παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο.
Ακριβώς το αντίθετο.
Σημαίνει ότι πρέπει να αξιοποιεί πληρέστερα και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τα εργαλεία που το ίδιο το Διεθνές Δίκαιο της παρέχει.
Ανακήρυξη δεν σημαίνει οριοθέτηση
Υπάρχει εδώ ακόμη μια διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση.
Άλλο η ανακήρυξη ΑΟΖ.
Και άλλο η οριοθέτησή της εκεί όπου οι αξιώσεις γειτονικών κρατών επικαλύπτονται.
Η ανακήρυξη μιας ΑΟΖ δεν επιλύει αυτομάτως τη διαφορά με την Τουρκία. Δεν καθορίζει μονομερώς μια διεθνώς δεσμευτική συνοριακή γραμμή εκεί όπου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές.
Αυτό θα ήταν υπεραπλούστευση.
Η οριοθέτηση χρειάζεται συμφωνία ή, εφόσον τα ενδιαφερόμενα κράτη συναινέσουν, προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοσία.
Η Ελλάδα επομένως δεν μπορεί απλώς να σχεδιάσει τη μέση γραμμή και να θεωρήσει ότι το πρόβλημα τελείωσε.
Μπορεί όμως να δηλώσει με σαφήνεια το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιλαμβάνεται και ασκεί τα δικαιώματά της.
Και αυτή η διαφορά είναι σημαντική.
Το Καστελλόριζο δεν μπορεί να εξαφανίζεται από τον χάρτη
Η περιοχή του Καστελλόριζου αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγκρουσης δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η τουρκική θέση επιδιώκει να περιορίσει δραστικά την επήρεια των ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες ζώνες.
Η ελληνική θέση στηρίζεται στην αρχή ότι τα νησιά, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του Δικαίου της Θάλασσας, διαθέτουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες όπως και οι ηπειρωτικές ακτές.
Το τελικό αποτέλεσμα μιας οριοθέτησης δεν μπορεί να προδικαστεί με ένα σύνθημα.
Αλλά ούτε μπορεί ένα κατοικημένο ελληνικό νησιωτικό σύμπλεγμα να εξαφανίζεται από τους χάρτες επειδή αυτό εξυπηρετεί μια γεωπολιτική θεωρία.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να επιστρέψει στο Διεθνές Δίκαιο.
Όχι επιλεκτικά.
Συνολικά.
Η προστασία του περιβάλλοντος ως γεωπολιτικό εργαλείο
Υπάρχει και ένα ευρύτερο μάθημα.
Η γεωπολιτική του 21ου αιώνα δεν ασκείται μόνο με πολεμικά πλοία, στρατιωτικές βάσεις και έρευνες υδρογονανθράκων.
Ασκείται και με καλώδια.
Με ενεργειακούς διαδρόμους.
Με χάρτες.
Με αλιευτικές ζώνες.
Με χωροταξικό σχεδιασμό.
Ακόμη και με περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες.
Ένα θαλάσσιο πάρκο μπορεί να υπηρετεί πραγματικά την προστασία της φύσης.
Μπορεί όμως παράλληλα να λειτουργεί ως δήλωση δικαιοδοσίας.
Αυτό ακριβώς καθιστά τις πρόσφατες εξελίξεις τόσο σημαντικές.
Η περιβαλλοντική γλώσσα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέσο δημιουργίας γεωπολιτικών τετελεσμένων.
Η στρατηγική της αντίδρασης δεν αρκεί
Η Ελλάδα ορθώς υπερασπίζεται τα δικαιώματά της και ορθώς επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο.
Αλλά μια χώρα δεν μπορεί να οικοδομεί ολόκληρη τη στρατηγική της πάνω στις κινήσεις του άλλου.
Χρειάζεται δική της στρατηγική.
Μακροπρόθεσμη.
Συνεπή.
Κατανοητή στους εταίρους της και προβλέψιμη στους αντιπάλους της.
Η ανακήρυξη ΑΟΖ δεν αποτελεί μαγική λύση. Δεν θα εξαφανίσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές και ασφαλώς δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως τέτοια.
Αποτελεί όμως ένα από τα θεσμικά εργαλεία που προσφέρει το σύγχρονο Δίκαιο της Θάλασσας.
Και επομένως είναι εύλογο να διερωτάται κανείς γιατί η συζήτηση γι’ αυτήν επανέρχεται συνήθως μετά από κάποια τουρκική ενέργεια και ύστερα υποχωρεί ξανά.
Το πραγματικό ερώτημα
Τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα θα απασχολήσουν τη διπλωματία, τους διεθνολόγους και πιθανότατα τις ευρωπαϊκές και διεθνείς δομές.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να καταστήσει σαφές ότι μονομερείς πράξεις δεν δημιουργούν δικαιώματα εις βάρος της.
Αλλά πίσω από τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση υπάρχει ένα βαθύτερο ζήτημα.
Για δεκαετίες συζητούμε τι διεκδικεί η Τουρκία.
Ίσως χρειάζεται να συζητούμε με την ίδια επιμονή τι ακριβώς επιδιώκει η Ελλάδα.
Ποια είναι η συνολική θαλάσσια στρατηγική της;
Ποια εργαλεία του Διεθνούς Δικαίου επιλέγει να χρησιμοποιήσει;
Ποια αφήνει ανενεργά;
Ποιο είναι το επόμενο βήμα;
Και τελικά, μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση για πάρκα, χάρτες, καλώδια και θαλάσσιες δικαιοδοσίες, υπάρχει ένα απλό ερώτημα που εξακολουθεί να περιμένει καθαρή απάντηση:
Η ΑΟΖ πού βρίσκεται στη στρατηγική μας;
- Η Ήρα Θεοφίλου είναι αναλύτρια διεθνών σχέσεων με εστίαση στη γεωπολιτική, την ασφάλεια και τις μετατοπίσεις ισχύος στο σύγχρονο διεθνές σύστημα.