Το κλίμα δεν περιμένει τις αποφάσεις μας
Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην πολιτική και στη φύση.
Στην πολιτική μπορούμε να αναβάλουμε, να διαπραγματευτούμε, να αλλάξουμε προτεραιότητες, να αναζητήσουμε συμβιβασμούς.
Στη φύση, όμως, οι συνέπειες ακολουθούν τις αιτίες ανεξάρτητα από τις προθέσεις μας.

Απλά, καταγράφει τις επιλογές μας.
Η κλιματική αλλαγή αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας.
Για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν ως μια προειδοποίηση για το μέλλον. Σήμερα δεν χρειάζεται να περιμένουμε το μέλλον. Οι παρατεταμένοι καύσωνες, οι ξηρασίες, οι μεγάλες πυρκαγιές, οι ακραίες βροχοπτώσεις, η πίεση στους υδάτινους πόρους και οι μεταβολές στα οικοσυστήματα αποτελούν ήδη μέρος μιας νέας πραγματικότητας.
Το επιστημονικό υπόβαθρο είναι σαφές. Η συσσώρευση διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων του θερμοκηπίου μεταβάλλει το ενεργειακό ισοζύγιο του πλανήτη. Όσο συνεχίζονται οι καθαρές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, η ανθρωπογενής υπερθέρμανση συνεχίζεται. Γι’ αυτό και η επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών δεν αποτελεί σύνθημα μιας συγκεκριμένης πολιτικής σχολής. Αποτελεί τον αναγκαίο τελικό προορισμό, εάν θέλουμε κάποτε να σταθεροποιηθεί η ανθρωπογενής αύξηση της θερμοκρασίας.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι κάθε πολιτική που προτείνεται στο όνομα της πράσινης μετάβασης είναι ορθή. Ούτε σημαίνει ότι η κοινωνία πρέπει να αποδέχεται χωρίς συζήτηση οποιοδήποτε κόστος ή οποιαδήποτε τεχνολογική επιλογή.
Ακριβώς το αντίθετο.
Η δημοκρατική συζήτηση είναι απαραίτητη για το πώς θα γίνει η μετάβαση, ποιος θα αναλάβει το κόστος της, ποιες τεχνολογίες θα χρησιμοποιηθούν και πώς θα προστατευθούν τα νοικοκυριά, οι εργαζόμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις. Η πράσινη μετάβαση που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες ή μεταφέρει δυσανάλογα το κόστος στους οικονομικά ασθενέστερους δύσκολα μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι οικονομία ή περιβάλλον. Είναι ποια οικονομία μπορεί να λειτουργήσει μέσα στα φυσικά όρια ενός πλανήτη που αλλάζει.
Η Κύπρος ως μικρογραφία του προβλήματος
Για την Κύπρο το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ένα μικρό νησιωτικό κράτος της Ανατολικής Μεσογείου, με περιορισμένους υδάτινους πόρους, υψηλές θερμοκρασίες και σημαντική εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, βρίσκεται ταυτόχρονα εκτεθειμένο στην κλιματική αλλαγή και στις αδυναμίες του δικού του ενεργειακού συστήματος.
Και εδώ εμφανίζεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις μας.
Διαθέτουμε έναν από τους σημαντικότερους φυσικούς ενεργειακούς πόρους της περιοχής, τον ήλιο. Εντούτοις, για χρόνια αυξάναμε την παραγωγή από φωτοβολταϊκά χωρίς να αναπτύσσουμε με αντίστοιχη ταχύτητα την αποθήκευση, την ευελιξία και τις υποδομές του ηλεκτρικού δικτύου.
Έτσι φτάσαμε στο παράδοξο να παράγουμε καθαρή ηλεκτρική ενέργεια και, σε ορισμένες ώρες, να αναγκαζόμαστε να περιορίζουμε την παραγωγή της επειδή το σύστημα δεν μπορεί να την απορροφήσει.
Το πρόβλημα αυτό δεν αποδεικνύει την αποτυχία των ανανεώσιμων πηγών. Αποδεικνύει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αποσπασματικά.
Δεν αρκεί να τοποθετούμε φωτοβολταϊκά. Χρειαζόμαστε αποθήκευση ενέργειας, σύγχρονα και έξυπνα δίκτυα, καλύτερη διαχείριση της ζήτησης, ενεργειακά αποδοτικότερα κτήρια και ένα σύστημα που θα μπορεί να μεταφέρει την ενέργεια από τις ώρες της υπερπαραγωγής στις ώρες κατά τις οποίες πραγματικά χρειάζεται.
Η τεχνολογία υπάρχει. Το ζήτημα είναι ο σχεδιασμός, η ταχύτητα, οι επενδύσεις και κυρίως η συνέπεια.
Το κόστος που δεν φαίνεται στον λογαριασμό
Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα εναντίον της πράσινης μετάβασης αφορά το κόστος της. Είναι εύλογη ανησυχία. Οι μεγάλες αλλαγές στις ενεργειακές υποδομές απαιτούν κεφάλαια και επηρεάζουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Υπάρχει, όμως, ένα δεύτερο κόστος που εμφανίζεται πολύ λιγότερο στη δημόσια συζήτηση.
Το κόστος της αδράνειας.
Μια μεγάλη πυρκαγιά δεν καταστρέφει μόνο δέντρα. Καταστρέφει περιουσίες, υποδομές, παραγωγική γη και οικοσυστήματα. Η ξηρασία δεν αφορά μόνο τη στάθμη ενός φράγματος. Επηρεάζει τη γεωργία, την επισιτιστική ασφάλεια και δημιουργεί ανάγκη για νέες ενεργοβόρες υποδομές ύδρευσης και αφαλάτωσης.
Οι ακραίες θερμοκρασίες έχουν επίσης οικονομικό κόστος. Αυξάνουν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, περιορίζουν την παραγωγικότητα της εργασίας και επιβαρύνουν τις πόλεις και τις δημόσιες υποδομές.
Επομένως, η σύγκριση δεν μπορεί να γίνεται μεταξύ μιας ακριβής μετάβασης και μιας δωρεάν συνέχισης του σημερινού μοντέλου. Το σημερινό μοντέλο έχει επίσης κόστος. Και όσο καθυστερούμε, μέρος αυτού του κόστους μεταφέρεται στις επόμενες γενιές.
Από τον φόβο στην προσαρμογή
Υπάρχει όμως και ένας κίνδυνος από την άλλη πλευρά. Η κλιματική συζήτηση δεν πρέπει να μετατραπεί σε μια αδιάκοπη αφήγηση καταστροφής.
Ο φόβος από μόνος του δεν αποτελεί πολιτική.
Οι κοινωνίες χρειάζονται συγκεκριμένες λύσεις και την πεποίθηση ότι η αλλαγή μπορεί να βελτιώσει και όχι απλώς να περιορίσει τη ζωή τους. Φθηνότερη καθαρή ενέργεια, καλύτερα μονωμένα σπίτια, περισσότερο πράσινο στις πόλεις, ασφαλέστερη διαχείριση των δασών, εξοικονόμηση νερού, βιώσιμες μεταφορές και μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία δεν αποτελούν θυσίες προς χάριν ενός αφηρημένου περιβαλλοντικού στόχου.
Αποτελούν επένδυση στην ποιότητα ζωής.
Και για την Κύπρο αποτελούν επιπλέον επένδυση στην ανθεκτικότητα και στην ενεργειακή ασφάλεια.
Το σημαντικότερο, συνεπώς, δεν είναι να μετατρέψουμε την κλιματική αλλαγή σε ακόμη ένα πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Είναι να την αντιμετωπίσουμε ως αυτό που πραγματικά είναι. Ένα πρόβλημα φυσικής, οικονομίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και μακροπρόθεσμης επιβίωσης ταυτόχρονα.
Μπορούμε και πρέπει να συζητούμε για την ταχύτητα της μετάβασης. Για τις τεχνολογίες. Για το κόστος. Για τις κοινωνικές επιπτώσεις. Για τα λάθη των κυβερνήσεων. Για τα συμφέροντα που αναπτύσσονται γύρω από την πράσινη οικονομία. Ακόμη και για λανθασμένες περιβαλλοντικές πολιτικές.
Αυτή η συζήτηση είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά αναγκαία.
Εκείνο που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να θεωρούμε ότι η αναβολή μιας πολιτικής απόφασης αναβάλλει και τις φυσικές συνέπειες.
Ο πλανήτης δεν γνωρίζει εκλογικούς κύκλους. Η ατμόσφαιρα δεν γνωρίζει σύνορα. Η θερμοκρασία δεν γνωρίζει ιδεολογίες.
Και η φύση, σε αντίθεση με εμάς, δεν χρειάζεται να συμφωνήσει για να συνεχίσει την πορεία της.
- Ιωάννα Ορφανού είναι ερευνήτρια και αρθρογραφεί συχνά στο forum της Agora Dialogue. Ασχολείται κυρίως με ζητήματα πολιτισμού, κοινωνίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι ιδιότητες και οι δραστηριότητές της που αναφέρονται αποτελούν κυρίως ενδεικτική αποτύπωση του έργου της.