Κουραστήκαμε από την ειρήνη;
Η Μέση Ανατολή ανάμεσα στη διπλωματία, την ισχύ και τον πειρασμό μιας ακόμη «αναμόρφωσης»
Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα.

Όλοι μιλούν για ειρήνη, σχεδόν όλοι δηλώνουν ότι εργάζονται γι’ αυτήν, αλλά ολοένα περισσότερες πολιτικές αποφάσεις φαίνεται να προετοιμάζουν τον επόμενο πόλεμο. Η Μέση Ανατολή αποτελεί ίσως την καθαρότερη έκφραση αυτής της αντίφασης.
Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται διαρκώς η ιδέα ότι η περιοχή πρέπει να «αναδιαμορφωθεί». Να δημιουργηθεί μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, να μεταβληθούν οι συσχετισμοί ισχύος, να εξουδετερωθούν απειλές, να οικοδομηθούν νέες συμμαχίες και, τελικά, μέσα από όλα αυτά να προκύψει σταθερότητα.
Το πρόβλημα είναι ότι η ιστορία της Μέσης Ανατολής μάς έχει ήδη διδάξει πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η πεποίθηση ότι η ειρήνη κατασκευάζεται πρωτίστως με στρατιωτικά μέσα.
Από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι τον Λίβανο, τη Γάζα και το Ιράν, κάθε προσπάθεια βίαιης αναδιάταξης της περιοχής άφησε πίσω της συνέπειες που ξεπέρασαν κατά πολύ τους αρχικούς σχεδιασμούς. Καθεστώτα αποδυναμώθηκαν ή κατέρρευσαν, οργανώσεις εξαφανίστηκαν και άλλες εμφανίστηκαν, συμμαχίες άλλαξαν, αλλά η σταθερότητα παρέμεινε εξαιρετικά εύθραυστη.
Και αυτό δεν αποτελεί σύμπτωση. Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει εγκαταστάσεις, να περιορίσει τις δυνατότητες ενός αντιπάλου, ακόμη και να μεταβάλει προσωρινά έναν συσχετισμό δυνάμεων. Δυσκολεύεται όμως να δημιουργήσει πολιτική νομιμοποίηση, εμπιστοσύνη και βιώσιμη συνύπαρξη. Ακριβώς εκεί βρίσκεται ίσως το κεντρικό ζήτημα.
Η ασφάλεια του ενός και η ανασφάλεια του άλλου
Η ασφάλεια δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να είναι μονομερής.
Το Ισραήλ έχει αναμφισβήτητα δικαίωμα στην ασφάλεια και στην προστασία των πολιτών του. Το ίδιο όμως δικαίωμα έχουν οι Παλαιστίνιοι και όλοι οι λαοί της περιοχής.
Όταν η ασφάλεια ενός κράτους οικοδομείται πάνω στη μόνιμη ανασφάλεια ενός άλλου λαού, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Η βία γεννά φόβο, ο φόβος περισσότερη στρατιωτικοποίηση, η στρατιωτικοποίηση μεγαλύτερη καταπίεση και αυτή με τη σειρά της νέες μορφές αντίστασης και βίας.
Η Δυτική Όχθη είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Η συνεχής επέκταση εποικισμών, η δημιουργία τετελεσμένων επί του εδάφους, οι επιθέσεις εναντίον παλαιστινιακών κοινοτήτων και η σταδιακή κατάτμηση της επικράτειας καθιστούν ολοένα δυσκολότερη την προοπτική ενός λειτουργικού και γεωγραφικά συνεκτικού παλαιστινιακού κράτους.
Και εδώ προκύπτει μια απλή ερώτηση.
Εάν η λύση των δύο κρατών εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως ο διεθνώς αποδεκτός δρόμος προς την ειρήνη, πόσο ακόμη μπορεί να συρρικνώνεται στην πράξη ο χώρος πάνω στον οποίο θα μπορούσε να υπάρξει το ένα από αυτά τα δύο κράτη;
Η Γάζα δεν μπορεί να είναι το τέλος της πολιτικής
Η καταστροφή στη Γάζα έχει δημιουργήσει ένα ανθρώπινο και πολιτικό τραύμα που δεν πρόκειται να εξαφανιστεί με μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.
Οι νεκροί, οι τραυματίες, οι εκτοπισμένοι, οι κατεστραμμένες οικογένειες και υποδομές αποτελούν μέρος μιας πραγματικότητας που θα συνοδεύει την περιοχή για δεκαετίες.
Η Χαμάς και οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου δεν μπορούν να αποτελέσουν άλλοθι για την άρνηση των δικαιωμάτων ενός ολόκληρου λαού. Αντίστοιχα, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων δεν μπορεί να σημαίνει αποδοχή επιθέσεων εναντίον αμάχων ή άρνηση του δικαιώματος των Ισραηλινών να ζουν με ασφάλεια.
Η ειρήνη απαιτεί την ταυτόχρονη αποδοχή αυτών των δυο αληθειών.
Αυτό ακριβώς την καθιστά δύσκολη.
Αλλά η δυσκολία δεν την καθιστά λιγότερο αναγκαία.
Ο αμερικανικός παράγοντας
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο μοναδικός εξωτερικός παράγοντας που διαθέτει τόσο μεγάλη δυνατότητα επιρροής στο Ισραήλ και, ταυτόχρονα, σημαντικούς διαύλους προς τις περισσότερες κυβερνήσεις της περιοχής.
Αυτό προσφέρει στην Ουάσιγκτον μια εξαιρετική δυνατότητα. Της δημιουργεί όμως και ανάλογη ευθύνη.
Η αμερικανική πολιτική βρίσκεται εδώ και δεκαετίες αντιμέτωπη με μια αντίφαση. Επιθυμεί να λειτουργεί ως μεσολαβητής, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί τον σημαντικότερο στρατηγικό υποστηρικτή της μιας πλευράς.
Η αντίφαση αυτή δεν είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί. Προϋποθέτει όμως κάτι περισσότερο από νέες πρωτοβουλίες, επιτροπές και μεγαλεπήβολα σχέδια.
Προϋποθέτει πολιτική βούληση για πραγματικό κόστος όταν παραβιάζονται συμφωνίες και όταν δημιουργούνται τετελεσμένα που ακυρώνουν την ίδια τη λύση την οποία υποτίθεται ότι υποστηρίζει η διεθνής κοινότητα.
Η διπλωματία χωρίς δυνατότητα επιβολής συνεπειών κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαχείριση του αδιεξόδου.
Ο πειρασμός της «νέας Μέσης Ανατολής»
Υπάρχει όμως και ένα ευρύτερο ζήτημα.
Κάθε μεγάλη δύναμη μπαίνει στον πειρασμό να πιστέψει ότι μπορεί να σχεδιάσει έναν ολόκληρο γεωπολιτικό χώρο πάνω στον χάρτη.
Η πραγματικότητα συνήθως αποδεικνύεται περισσότερο ανυπάκουη.
Η Μέση Ανατολή δεν είναι σκακιέρα. Είναι κοινωνίες, ιστορικές μνήμες, θρησκείες, εθνικές ταυτότητες, τραύματα, οικονομικά συμφέροντα και ανταγωνιστικές αντιλήψεις ασφάλειας.
Η εξουδετέρωση ενός αντιπάλου δεν εξαφανίζει τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που τον δημιούργησαν. Πολύ συχνά δημιουργεί απλώς τον επόμενο.
Αυτό συνέβη επανειλημμένα στην περιοχή.
Και υπάρχει κίνδυνος να συμβεί ξανά.
Μια εποχή που επανεξοπλίζεται
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή.
Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο πρωτοφανούς επανεξοπλισμού. Οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται, νέοι εξοπλισμοί αναπτύσσονται, οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται και η έννοια της αποτροπής αποκτά ξανά κεντρικό ρόλο.
Η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή, οι ανταγωνισμοί στην Ασία και η γενικότερη κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων δημιουργούν την αίσθηση ότι η στρατιωτική ισχύς αποτελεί πάλι την ασφαλέστερη επένδυση των κρατών.
Ίσως όμως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής μας.
Επενδύουμε ολοένα περισσότερα για να είμαστε ασφαλείς και αισθανόμαστε ολοένα λιγότερο ασφαλείς.
Ειρήνη δεν σημαίνει απουσία πυροβολισμών
Η πραγματική ειρήνη δεν είναι μια προσωρινή κατάπαυση πυρός.
Δεν είναι η σιωπή που ακολουθεί έναν βομβαρδισμό.
Δεν είναι η στρατιωτική εξουδετέρωση του αντιπάλου.
Είναι η δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες οι κοινωνίες δεν θεωρούν πλέον αναγκαίο να επιστρέψουν στα όπλα.
Στην περίπτωση Ισραηλινών και Παλαιστινίων αυτό σημαίνει ασφάλεια και για τους δύο λαούς, πολιτικά δικαιώματα, αξιοπρέπεια, σεβασμό του διεθνούς δικαίου και μια βιώσιμη πολιτική προοπτική για τους Παλαιστινίους.
Οποιαδήποτε λύση αγνοεί ένα από αυτά τα στοιχεία μπορεί να επιβάλει ησυχία για κάποιο χρονικό διάστημα. Δεν θα δημιουργήσει ειρήνη. Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό νόημα πίσω από το προκλητικό ερώτημα αν «κουραστήκαμε από την ειρήνη».
Δεν κουραστήκαμε από την ειρήνη.
Ίσως κουραστήκαμε από τη δύσκολη, αργή και συχνά απογοητευτική εργασία που απαιτεί η ειρήνη και αρχίσαμε πάλι να πιστεύουμε ότι ο πόλεμος προσφέρει γρηγορότερες λύσεις.
Η Ιστορία, όμως, επιμένει να μας υπενθυμίζει ότι οι γρήγορες λύσεις του πολέμου είναι συνήθως τα μακροχρόνια προβλήματα της επόμενης γενιάς.
-
Ο Έκτορας Κογιώνης είναι συνεργάτης της Agora Dialogue. Αρθρογραφεί για ζητήματα που αφορούν τη δημοκρατία, την κοινωνία, τις διεθνείς σχέσεις, τον πολιτισμό και τον άνθρωπο, με έμφαση στη γνώση, την τεκμηρίωση, την κριτική σκέψη και τον γόνιμο δημόσιο διάλογο. Με την πεποίθηση ότι η ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών, ο αμοιβαίος σεβασμός και η διαρκής αναζήτηση της γνώσης αποτελούν θεμέλια μιας δημοκρατικής και ειρηνικής κοινωνίας, επιδιώκει να συμβάλλει σε έναν ανοικτό και δημιουργικό προβληματισμό. Οι απόψεις που διατυπώνονται στα άρθρα είναι προσωπικές και δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκην τις θέσεις της Agora Dialogue ή οποιουδήποτε άλλου οργανισμού ή φορέα με τον οποίο ο συγγραφέας ενδέχεται να συνεργάζεται.