Greek Reports (Ελληνικά)

Από την «Ολική Ειρήνη» στη σκληρή ασφάλεια

Η Κολομβία αναζητεί ξανά την ισορροπία ανάμεσα στον διάλογο, την κρατική ισχύ και την προστασία των πολιτών.

Η αποτυχία μιας ειρηνευτικής στρατηγικής δεν σημαίνει ότι η ειρήνη απέτυχε. Ούτε όμως η ανάγκη για ασφάλεια δικαιολογεί μια επιστροφή χωρίς όρια στη λογική της πυγμής.

Η Κολομβία βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα γνώριμο αλλά εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα.

Πώς μπορεί ένα κράτος, ύστερα από δεκαετίες ένοπλης σύγκρουσης, να επιδιώξει την ειρήνη χωρίς να αφήσει χώρο σε ένοπλες και εγκληματικές οργανώσεις να ενισχυθούν; Και πώς μπορεί να αποκαταστήσει την ασφάλεια χωρίς να επιστρέψει σε πολιτικές καταστολής που κινδυνεύουν να αναπαράγουν τις αιτίες της βίας;

Το ζήτημα εξετάζει το International Crisis Group στη νέα του ανάλυση με τίτλο “From ‘Total Peace’ to Iron Fist: Colombia’s Risky Turn to Hard Security”.

Η ίδια η επιλογή του τίτλου αποτυπώνει τη μεταβολή που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η χώρα φαίνεται να απομακρύνεται από τις μεγάλες προσδοκίες της πολιτικής της «Ολικής Ειρήνης» και να στρέφεται προς μια περισσότερο σκληρή αντίληψη για την ασφάλεια.

Η μεγάλη υπόσχεση της «Ολικής Ειρήνης»

Ο Γκουστάβο Πέτρο εξελέγη πρόεδρος το 2022 υποσχόμενος μια διαφορετική αντιμετώπιση της χρόνιας βίας. Η λεγόμενη Total Peace επιδίωξε να επεκτείνει τον διάλογο πέρα από τις παραδοσιακές αντάρτικες οργανώσεις και να συμπεριλάβει διαφορετικές ένοπλες και εγκληματικές ομάδες.

Η φιλοδοξία ήταν μεγάλη. Αντί το κράτος να αντιμετωπίζει κάθε οργάνωση αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα, θα επιχειρούσε παράλληλες διαπραγματεύσεις, εκεχειρίες και τοπικές διαδικασίες αποκλιμάκωσης.

Η προσέγγιση όμως συνάντησε μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη της παλαιότερης σύγκρουσης μεταξύ του κράτους και των FARC.

Μετά την ιστορική ειρηνευτική συμφωνία του 2016, η ένοπλη βία δεν εξαφανίστηκε. Κατακερματίστηκε.

Ομάδες που δεν αποδέχθηκαν τη συμφωνία, οργανώσεις που διασπάστηκαν και εγκληματικά δίκτυα άρχισαν να ανταγωνίζονται για εδάφη, διαδρομές διακίνησης ναρκωτικών, παράνομες οικονομικές δραστηριότητες και τον έλεγχο τοπικών κοινωνιών.

Αυτό κατέστησε τη νέα σύγκρουση περισσότερο περίπλοκη και τις διαπραγματεύσεις πολύ δυσκολότερες.

Όταν η ειρήνη δεν φέρνει ασφάλεια

Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της «Ολικής Ειρήνης» είναι απλό στην περιγραφή του αλλά οδυνηρό στην καθημερινότητα των πολιτών.

Πολλοί Κολομβιανοί δεν αισθάνθηκαν ασφαλέστεροι.

Στοιχεία που επικαλούνται αναλυτές και ερευνητικά κέντρα δείχνουν σημαντική αύξηση της δύναμης των ένοπλων οργανώσεων τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, οι συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων ομάδων εντάθηκαν σε αρκετές περιοχές, ενώ κοινότητες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εκτοπισμούς, απειλές, περιορισμούς μετακίνησης και βία.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την εντύπωση σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι οι εκεχειρίες και οι διαπραγματεύσεις δεν περιόρισαν επαρκώς τις οργανώσεις αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις, τους έδωσαν χώρο και χρόνο να αναδιοργανωθούν.

Η κριτική αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Δεν μπορεί όμως ούτε να θεωρηθεί αυτονόητο ότι η διαπραγμάτευση ήταν εκείνη που προκάλεσε την ενίσχυση των οργανώσεων. Αναλυτές στην ίδια την Κολομβία επισημαίνουν ότι η ανάπτυξη τους συνδέεται επίσης με τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα των παράνομων αγορών, την αδυναμία του κράτους να ελέγξει απομακρυσμένες περιοχές και τις βαθιές κοινωνικές ανισότητες.

Η επιστροφή της «σιδηράς πυγμής»

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική εκκρεμές μετακινείται.

Η απογοήτευση από την «Ολική Ειρήνη» ενισχύει πολιτικές δυνάμεις που ζητούν ισχυρότερη παρουσία των δυνάμεων ασφαλείας, στρατιωτική πίεση στις ένοπλες οργανώσεις και σαφέστερα όρια στις διαπραγματεύσεις.

Η λογική αυτή έχει ισχυρή απήχηση σε μια κοινωνία κουρασμένη από δεκαετίες βίας.

Είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς γιατί.

Για έναν πολίτη που ζει υπό την απειλή μιας ένοπλης οργάνωσης, η συζήτηση περί μακροπρόθεσμης ειρήνευσης έχει μικρή αξία εάν το κράτος δεν μπορεί σήμερα να προστατεύσει την οικογένεια, το σχολείο, την εργασία ή την ελευθερία μετακίνησης του.

Η ασφάλεια αποτελεί θεμελιώδη ευθύνη κάθε δημοκρατικού κράτους.

Το ερώτημα είναι τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο ασφάλεια.

Το παράδειγμα του Ελ Σαλβαδόρ

Η ευρύτερη Λατινική Αμερική παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την πολιτική του προέδρου του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε. Η δραστική καταστολή των συμμοριών μείωσε θεαματικά τη βία και ενίσχυσε σημαντικά τη δημοτικότητα του.

Παράλληλα όμως προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες για μαζικές συλλήψεις, δικαιώματα κρατουμένων, κράτος δικαίου και συγκέντρωση εξουσίας.

Για αρκετούς πολίτες της περιοχής το μήνυμα είναι δελεαστικό. Εάν η δημοκρατική διακυβέρνηση δεν μπορεί να προσφέρει ασφάλεια, τότε μια ισχυρότερη και αυστηρότερη εξουσία μπορεί να φαίνεται αποτελεσματικότερη.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους.

Η ασφάλεια και η δημοκρατία δεν θα έπρεπε να παρουσιάζονται ως ανταγωνιστικές επιλογές.

Η ειρήνη χρειάζεται και κράτος

Η εμπειρία της Κολομβίας δείχνει κάτι βαθύτερο.

Ο διάλογος από μόνος του δεν αρκεί.

Μια ειρηνευτική πολιτική χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν, δικαιοσύνη, οικονομικές ευκαιρίες, παρουσία του κράτους στις απομακρυσμένες περιοχές και δυνατότητα προστασίας των κοινοτήτων.

Χρειάζεται επίσης σαφείς όρους.

Η διαπραγμάτευση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε περίοδο κατά την οποία μια ένοπλη οργάνωση συνεχίζει ανενόχλητη να στρατολογεί, να χρηματοδοτείται από παράνομες δραστηριότητες ή να επεκτείνει τον εδαφικό της έλεγχο.

Από την άλλη πλευρά, η στρατιωτική πίεση χωρίς πολιτική στρατηγική έχει επίσης δοκιμαστεί επί δεκαετίες στην Κολομβία.

Και δεν έφερε οριστικό τέλος στη σύγκρουση.

Από την «Ολική Ειρήνη» στην τοπική ειρήνη

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κατευθύνσεις που έχει αναδείξει το International Crisis Group τα τελευταία χρόνια είναι η ανάγκη μεγαλύτερης έμφασης στις τοπικές πραγματικότητες.

Η βία στην Κολομβία δεν είναι ίδια παντού.

Άλλες είναι οι ανάγκες μιας κοινότητας στην περιοχή του Ειρηνικού, άλλες στα σύνορα με τη Βενεζουέλα και άλλες στις περιοχές όπου κυριαρχούν οικονομίες που συνδέονται με την κοκαΐνη ή την παράνομη εξόρυξη.

Γι’ αυτό και μια ενιαία εθνική στρατηγική δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει όλες τις μορφές της σύγκρουσης με τον ίδιο τρόπο.

Το Crisis Group είχε ήδη από το 2025 προτείνει μια μετατόπιση από την «Total Peace» προς περισσότερο συγκεκριμένες και τοπικά προσαρμοσμένες διαδικασίες ειρήνευσης. Η προσέγγιση αυτή αναγνωρίζεται πλέον και στην ευρύτερη βιβλιογραφία για τις σύγχρονες ειρηνευτικές διαδικασίες.

Ούτε αφέλεια ούτε αυταρχισμός

Το πραγματικό δίλημμα για την Κολομβία δεν θα έπρεπε επομένως να είναι «ειρήνη ή πυγμή».

Μια δημοκρατική πολιτεία χρειάζεται και διάλογο και ισχύ.

Χρειάζεται να μπορεί να διαπραγματεύεται με όσους πραγματικά επιθυμούν να εγκαταλείψουν τη βία, αλλά και να προστατεύει αποτελεσματικά τους πολίτες από εκείνους που χρησιμοποιούν μια ειρηνευτική διαδικασία για να ενισχύσουν τη θέση τους.

Χρειάζεται κοινωνικές πολιτικές που αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της βίας, αλλά και αποτελεσματική αστυνόμευση, δικαιοσύνη και παρουσία του κράτους.

Κυρίως χρειάζεται υπομονή.

Οι συγκρούσεις που δημιουργήθηκαν μέσα σε δεκαετίες δεν εξαφανίζονται μέσα σε μια προεδρική θητεία.

Η απογοήτευση από μια ανεπαρκώς εφαρμοσμένη ειρηνευτική πολιτική δεν πρέπει να οδηγήσει στην ψευδαίσθηση ότι υπάρχει μια εύκολη στρατιωτική λύση. Αλλά ούτε η επιθυμία για ειρήνη μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την αδυναμία προστασίας των πολιτών.

Η Κολομβία βρίσκεται λοιπόν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.

Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην ειρήνη και την ασφάλεια.

Είναι να αποδείξει ότι μια δημοκρατία μπορεί να προσφέρει και τα δυο.

  • Η Βασιλική Κατσιφάρα είναι συνεργάτιδα της Agora Dialogue, στοχαζόμενη τον δημόσιο βίο, τη βιωσιμότητα και την καλή κοινωνία.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button