Πέρα από τα συνταγματικά μοντέλα
Μερικοί προβληματισμοί από τη συγκριτική πολιτική επιστήμη.
Η δημόσια συζήτηση για το Κυπριακό περιστρέφεται συχνά γύρω από ένα βασικό ερώτημα.
Ποιο συνταγματικό μοντέλο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια σταθερή και βιώσιμη πολιτειακή οργάνωση.
Η συζήτηση αυτή είναι απολύτως θεμιτή. Ωστόσο, η συγκριτική πολιτική επιστήμη θέτει ένα ακόμη πιο θεμελιώδες ερώτημα. Αρκεί η επιλογή ενός συνταγματικού μοντέλου ή μήπως η επιτυχία του εξαρτάται κυρίως από τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να λειτουργήσει;
Το έργο του Δρος Νίκου Περιστιάνη έχει συμβάλει ουσιαστικά στον διάλογο για τις βαθιά διαιρεμένες κοινωνίες, προσεγγίζοντας το Κυπριακό μέσα από τη συγκριτική ανάλυση ομοσπονδιών και συναινετικών θεσμών. Η βασική του θέση είναι ότι η θεσμική αρχιτεκτονική πρέπει να ανταποκρίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα και ότι η κατανομή της εξουσίας μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλει στη σταθερότητα.
Η προσέγγιση αυτή είναι σημαντική και αξίζει σοβαρής μελέτης. Δεν εξαντλεί όμως όλα τα ερωτήματα που θέτει η συγκριτική εμπειρία.
Καμιά ομοσπονδία δεν λειτουργεί αποκλειστικά χάρη στο συνταγματικό της κείμενο.
Το Βέλγιο παραμένει λειτουργικό παρά τις επανειλημμένες πολιτικές κρίσεις, επειδή οι κοινότητες του αποδέχονται το ίδιο κράτος, λειτουργούν μέσα σε κοινό ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και δεν αντιμετωπίζουν εξωτερική στρατιωτική αντιπαράθεση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν επίσης ομοσπονδία, αλλά στηρίζονται σε ενιαία κυριαρχία, κοινή οικονομία, κοινή εξωτερική πολιτική και μια μακρά συνταγματική συνέχεια. Οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν συνεπάγονται αμφισβήτηση της ύπαρξης του ίδιου του κράτους.
Ο Λίβανος δείχνει ότι η θεσμοθετημένη κατανομή εξουσίας μεταξύ κοινοτήτων δεν αρκεί από μόνη της για να αποτρέψει παρατεταμένες δυσλειτουργίες όταν το πολιτικό σύστημα επηρεάζεται έντονα από εσωτερικές και περιφερειακές αντιπαραθέσεις.
Το Κόσοβο υπενθυμίζει ότι ακόμη και ένα προσεκτικά σχεδιασμένο συνταγματικό πλαίσιο λειτουργεί μέσα σε ένα ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, όπου ζητήματα αναγνώρισης, ασφάλειας και γεωπολιτικής συνεχίζουν να επηρεάζουν την κρατική σταθερότητα.
Οι περιπτώσεις αυτές δεν αποδεικνύουν ότι ένα συγκεκριμένο μοντέλο είναι ορθό ή λανθασμένο. Δείχνουν όμως ότι η βιωσιμότητα ενός πολιτεύματος εξαρτάται από ένα σύνολο παραγόντων που συχνά υπερβαίνουν τη συνταγματική μηχανική.
Η Κύπρος διαθέτει χαρακτηριστικά που δυσκολεύουν τις άμεσες συγκρίσεις. Είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά βρίσκεται σε μια περιοχή με ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία. Η ασφάλεια, οι διεθνείς σχέσεις και οι περιφερειακές ισορροπίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος κάθε συζήτησης για το μέλλον της.
Η εμπειρία, μετά το άνοιγμα των σημείων διέλευσης το 2003, προσέφερε επίσης ένα σημαντικό πεδίο παρατήρησης. Η αύξηση των επαφών μεταξύ πολλών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κατέδειξε ότι η καθημερινή επικοινωνία και η συνεργασία είναι εφικτές. Παράλληλα, ανέδειξε ότι η εξέλιξη αυτή δεν επιλύει αυτομάτως τα ευρύτερα ζητήματα θεσμικής οργάνωσης, ασφάλειας, εφαρμογής μιας ενδεχόμενης συμφωνίας και διεθνών εγγυήσεων.
Αυτό οδηγεί σε έναν ευρύτερο προβληματισμό. Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα ενός πολιτεύματος δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη σχέση των κοινοτήτων ούτε μόνο στη συνταγματική κατανομή αρμοδιοτήτων. Οφείλει να λαμβάνει υπόψη και το ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κληθεί να λειτουργήσει το κράτος.
Η συγκριτική εμπειρία υποδεικνύει ότι οι θεσμοί αποδίδουν καλύτερα όταν συνυπάρχουν εμπιστοσύνη, ισχυρό κράτος δικαίου, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, οικονομική αλληλεξάρτηση, πολιτική κουλτούρα συνεργασίας και ένα σταθερό περιβάλλον ασφάλειας. Όπου αυτά απουσιάζουν ή παραμένουν εύθραυστα, ακόμη και οι πιο προσεγμένες συνταγματικές ρυθμίσεις δοκιμάζονται.
Επομένως, το ουσιαστικότερο ερώτημα ίσως να μην είναι ποιο συνταγματικό μοντέλο προτιμά κανείς θεωρητικά.
Ίσως να είναι αν έχουν δημιουργηθεί οι πραγματικές πολιτικές, κοινωνικές, θεσμικές και διεθνείς προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν σε οποιοδήποτε μοντέλο να λειτουργήσει με δημοκρατική νομιμοποίηση, αποτελεσματικότητα και διάρκεια.
Η συγκριτική πολιτική επιστήμη δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις.
Υπενθυμίζει όμως ότι η επιτυχία ενός κράτους εξαρτάται όχι μόνο από τον τρόπο με τον οποίο γράφεται ένα σύνταγμα, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία, οι θεσμοί και το διεθνές περιβάλλον επιτρέπουν σε αυτό να λειτουργήσει στην πράξη.
- Ο Ντίνος Τουμάζος είναι συνιδρυτής και εκτελεστικός διευθυντής της Agora Dialogue.