Ο ρατσισμός δεν είναι πολιτική επιλογή: Η ευθύνη της ηγεσίας απέναντι στη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή
Το 1998, σε μια περίοδο κατά την οποία η δημόσια συζήτηση στην Αυστραλία σημαδευόταν από την άνοδο του ρατσιστικού λόγου και της πολιτικής πόλωσης, τέσσερις πρώην πρωθυπουργοί της χώρας προχώρησαν σε μια ασυνήθιστη αλλά ιδιαίτερα σημαντική κοινή παρέμβαση.
Οι Gough Whitlam, Malcolm Fraser, Bob Hawke και Paul Keating υπέγραψαν ανοικτή επιστολή, με την οποία προειδοποιούσαν ότι ο ρατσισμός δεν αποτελεί απλώς μια λανθασμένη πολιτική επιλογή αλλά μια βαθιά ηθική και δημοκρατική απειλή για το μέλλον της χώρας.
Το γεγονός αυτό υπενθυμίζει πρόσφατο άρθρο του , ιδρυτή του Pearls and Irritations, με τίτλο Racism and the Response of Four Former Prime Ministers.
Οι τέσσερις πρώην πρωθυπουργοί χαρακτήρισαν τον ρατσισμό «αδιαμφισβήτητο κακό», υπογραμμίζοντας ότι υπονομεύει την κοινωνική συνοχή, πλήττει την αυτοεκτίμηση μιας χώρας και στρέφει τους πολίτες τον έναν εναντίον του άλλου. Παράλληλα, κάλεσαν τους ψηφοφόρους να απορρίψουν, μέσω της ψήφου τους, κάθε υποψήφιο που υιοθετούσε ή ανεχόταν ρατσιστικές θέσεις. Το μήνυμά τους ήταν σαφές. Η δημοκρατία δεν αρκεί να προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης. Οφείλει ταυτόχρονα να προστατεύει και τις θεμελιώδεις αρχές της ισότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ο John Menadue υπενθυμίζει ότι οι συγκεκριμένοι ηγέτες είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στον τερματισμό της πολιτικής της «Λευκής Αυστραλίας» και στη διαμόρφωση ενός πολυπολιτισμικού μοντέλου κοινωνίας. Από την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων στη μεταναστευτική πολιτική μέχρι την υποδοχή εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από την Ινδοκίνα, οι αποφάσεις εκείνης της περιόδου βασίστηκαν στην πεποίθηση ότι η διαφορετικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή δύναμης και όχι απειλή.
Το άρθρο θέτει ένα επίκαιρο ερώτημα. Διαθέτουν σήμερα οι πολιτικές ηγεσίες την ίδια αποφασιστικότητα να αντιταχθούν στον ρατσισμό όταν αυτός εμφανίζεται είτε άμεσα είτε με πιο συγκαλυμμένες μορφές; Σε αρκετές δημοκρατίες παρατηρείται ότι ο δημόσιος λόγος γίνεται ολοένα πιο πολωμένος, ενώ ζητήματα όπως η μετανάστευση, η εθνική ταυτότητα ή η κοινωνική ανασφάλεια χρησιμοποιούνται συχνά για πολιτική αντιπαράθεση. Η πρόκληση για κάθε δημοκρατία είναι να αντιμετωπίζει υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα χωρίς να επιτρέπει τη στοχοποίηση ανθρώπων λόγω της καταγωγής, της θρησκείας ή της εθνικής τους προέλευσης.
Η ιστορία δείχνει ότι ο ρατσισμός δεν εμφανίζεται πάντοτε με ακραίες μορφές. Συχνά εισέρχεται στον δημόσιο διάλογο μέσα από γενικεύσεις, στερεότυπα, φόβους ή πολιτικές που διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε «δικούς μας» και «άλλους». Όταν τέτοιες αντιλήψεις νομιμοποιούνται από τον δημόσιο λόγο, σταδιακά διαβρώνουν την εμπιστοσύνη, αποδυναμώνουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και δυσκολεύουν την ειρηνική συνύπαρξη.
Η ηγεσία δοκιμάζεται ιδιαίτερα σε περιόδους κοινωνικής πίεσης. Είναι εύκολο να ακολουθήσει κανείς τον φόβο ή την οργή της στιγμής. Πολύ δυσκολότερο είναι να υπερασπιστεί αρχές που υπηρετούν το μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον. Η παρέμβαση των τεσσάρων πρώην πρωθυπουργών υπενθυμίζει ότι ο πραγματικός πολιτικός ηγέτης δεν ενισχύει τις προκαταλήψεις για να κερδίσει ψήφους αλλά αναζητεί τρόπους να ενισχύσει την ενότητα, τον αμοιβαίο σεβασμό και την κοινωνική συνοχή.
Περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, το μήνυμα εκείνης της κοινής δήλωσης εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία του. Οι δημοκρατίες δεν κρίνονται μόνο από τις εκλογές που οργανώνουν αλλά και από τις αξίες που επιλέγουν να υπερασπιστούν.
Και ίσως η σημαντικότερη από αυτές είναι η αναγνώριση ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει την ίδια αξιοπρέπεια, ανεξάρτητα από την καταγωγή, τη γλώσσα, τη θρησκεία ή το χρώμα του δέρματός του.
- Η Βασιλική Κατσιφάρα είναι συνεργάτιδα της Agora Dialogue, στοχαζόμενη τον δημόσιο βίο, τη βιωσιμότητα και την καλή κοινωνία.