Greek Reports (Ελληνικά)

Πενήντα δυο χρόνια μετά. Το θάρρος να αναγνωρίσουμε όσα δεν λειτούργησαν

Errare humanum est

Η μνήμη, η ευθύνη και η ανάγκη μιας νέας προσέγγισης στο Κυπριακό.

Η μνήμη τιμά το παρελθόν. Η αυτοκριτική ανοίγει τον δρόμο για ένα δικαιότερο και ασφαλέστερο μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι λαοί δεν δικαιώνονται επειδή δεν έκαναν ποτέ λάθη. Δικαιώνονται όταν έχουν το θάρρος να τα αναγνωρίζουν και τη σοφία να αλλάζουν πορεία.

Η παραδοχή της πλάνης δεν αλλάζει το παρελθόν. Μπορεί όμως να αλλάξει το μέλλον.

Στις 20 Ιουλίου 2026 συμπληρώνονται πενήντα δυο χρόνια από την τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο.

Πενήντα δυο χρόνια από τον βίαιο εκτοπισμό χιλιάδων ανθρώπων, την απώλεια ζωών, τις καταστροφές, τους αγνοουμένους, τον εποικισμό και τη συνεχιζόμενη κατοχή σημαντικού μέρους της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η επέτειος δεν προσφέρεται μόνο για μνήμη. Επιβάλλει και αυτοκριτική.

Το 2009, σε ανοικτή επιστολή προς τον τότε ειδικό σύμβουλο του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Αλεξάντερ Ντάουνερ, είχα χρησιμοποιήσει τη φράση «το πλανάσθαι ανθρώπινον και η παραδοχή της πλάνης αρετή». Η επιστολή εξέφραζε την ανησυχία ότι η διαδικασία επίλυσης απομακρυνόταν από την ουσία του ζητήματος και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία κινδύνευε να αντιμετωπίζεται όχι ως κράτος που υπέστη εισβολή και κατοχή, αλλά ως η μια πλευρά μιας διακοινοτικής διαφοράς.

Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, το ερώτημα παραμένει.

Μπορεί να επιλυθεί το Κυπριακό όταν η διαδικασία που ακολουθούμε δεν αντανακλά πλήρως τα πραγματικά και νομικά δεδομένα που το δημιούργησαν;

Το Κυπριακό έχει βέβαια και σοβαρές διακοινοτικές διαστάσεις. Υπήρξαν φόβοι, συγκρούσεις, εγκλήματα, τραύματα και λανθασμένες επιλογές και από τις δυο κοινότητες. Η ιστορική και νομική αποτίμηση των γεγονότων, όμως, απαιτεί σαφείς διακρίσεις. Οι παραβιάσεις που αποδίδονται στην Τουρκία ως κατοχική δύναμη, όπως ο εκτοπισμός μεγάλου μέρους του πληθυσμού, η συνεχιζόμενη κατοχή εδάφους, η δημογραφική αλλοίωση μέσω εποικισμού, οι σφετερισμοί περιουσιών, οι δολοφονίες, οι βιασμοί, οι εξαναγκαστικές εξαφανίσεις και άλλες σοβαρές παραβιάσεις, έχουν αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεων διεθνών δικαστηρίων, ψηφισμάτων και εκθέσεων διεθνών οργανισμών στο πλαίσιο του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αντίθετα, τα εγκλήματα που αποδίδονται σε Ελληνοκυπρίους αφορούν ατομικές εγκληματικές πράξεις συγκεκριμένων προσώπων και δεν μπορούν να αποδοθούν συλλογικά στην Κυπριακή Δημοκρατία ή στον ελληνικό κυπριακό πληθυσμό. Κάθε τέτοια πράξη είναι απολύτως καταδικαστέα και οφείλει να διερευνάται πλήρως και να διώκεται σύμφωνα με το κράτος δικαίου, χωρίς συμψηφισμούς και χωρίς επιλεκτική ευαισθησία. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας δεν μειώνει τη σοβαρότητα της εισβολής και της κατοχής, ούτε μπορεί να μετατρέπει την Τουρκία από κατοχική δύναμη σε ουδέτερο εξωτερικό παράγοντα.

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Κύπρος κατά Τουρκίας επιβεβαίωσε την ευθύνη της Τουρκίας για παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης στις κατεχόμενες περιοχές. Το Δικαστήριο συνέδεσε την ευθύνη αυτή με τον αποτελεσματικό έλεγχο που ασκείται στην περιοχή. Η νομολογία αυτή δεν αποτελεί πολιτικό σύνθημα. Αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού νομικού κεκτημένου.

Το ίδιο ισχύει για τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, τη διεθνή αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη μη αναγνώριση του αποσχιστικού καθεστώτος. Η διεθνής νομιμότητα δεν λύνει από μόνη της ένα πολιτικό ζήτημα. Καθορίζει όμως τα όρια μέσα στα οποία μια λύση μπορεί να είναι νόμιμη, δημοκρατική και βιώσιμη.

Η μακρόχρονη στασιμότητα έχει δημιουργήσει μια επικίνδυνη συνήθεια.

Η κατοχή κινδυνεύει να θεωρηθεί κατάσταση κανονικότητας. Η γραμμή κατάπαυσης του πυρός κινδυνεύει να αντιμετωπίζεται ως σύνορο. Ο εκτοπισμός ως τετελεσμένο. Η παρουσία ξένων στρατευμάτων ως μόνιμη πραγματικότητα. Η στέρηση περιουσιών ως ζήτημα οικονομικής διευθέτησης. Η δημογραφική αλλοίωση ως στοιχείο που πρέπει απλώς να ενσωματωθεί σε μία νέα συμφωνία.

Η πάροδος του χρόνου δεν νομιμοποιεί την αδικία.

Ταυτόχρονα, δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε τις ίδιες διαπιστώσεις. Πενήντα δυο χρόνια αποδεικνύουν ότι ούτε η αναμονή ούτε η διαχείριση της στασιμότητας αποτελούν στρατηγική. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε την Τουρκία, να επικαλούμαστε ψηφίσματα και να αναμένουμε από τρίτους να επιβάλουν εκείνο που εμείς δεν καταφέραμε να υπηρετήσουμε με συνέπεια.

Χρειάζεται να εξετάσουμε και τις δικές μας ευθύνες.

Κατά καιρούς επενδύσαμε υπερβολικές προσδοκίες σε μεσολαβητές, κυβερνήσεις και διεθνείς συγκυρίες. Προσαρμόσαμε τη γλώσσα μας στη γλώσσα των συνομιλιών, ακόμη και όταν αυτή απομάκρυνε το ζήτημα από τη βάση της εισβολής και της κατοχής. Συχνά αντιμετωπίσαμε την τακτική ως στρατηγική και τη συνέχιση μιας διαδικασίας ως απόδειξη προόδου.

Η παραδοχή λαθών δεν αποτελεί αδυναμία. Αποτελεί προϋπόθεση αλλαγής.

Μια σύγχρονη στρατηγική δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο τι απορρίπτουμε. Οφείλει να εξηγεί καθαρά τι επιδιώκουμε.

Επιδιώκουμε μια ελεύθερη και ασφαλή Κύπρο. Μια δημοκρατική πολιτεία χωρίς κατοχικά στρατεύματα, εγγυήσεις ξένων κρατών και δικαιώματα μονομερούς επέμβασης. Μια πολιτεία στην οποία όλοι οι νόμιμοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι, Λατίνοι και άλλοι, θα απολαμβάνουν ίσα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.

Η ισότητα των πολιτών δεν σημαίνει άρνηση της ιστορίας, της ταυτότητας ή των εύλογων ανησυχιών των όποιων κοινοτήτων. Σημαίνει ότι η καταγωγή δεν μπορεί να καθορίζει διαφορετική αξία ψήφου, μόνιμα πολιτικά προνόμια ή δικαίωμα εξωτερικής κηδεμονίας.

Η ειρήνη δεν μπορεί να στηριχθεί σε θεσμοποιημένο διαχωρισμό.

Ούτε όμως μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς εμπιστοσύνη. Οι Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες μας έχουν τις δικές τους εμπειρίες, φόβους και τραύματα. Η προσέγγιση τους ως συλλογικού προεκτάματος της Τουρκίας είναι άδικη και πολιτικά αδιέξοδη. Η κατοχή περιορίζει και τη δική τους ελευθερία, τη δημοκρατική τους βούληση και τη δυνατότητα να διαμορφώνουν το μέλλον τους χωρίς εξωτερική εξάρτηση.

Η απελευθέρωση της Κύπρου αφορά όλους τους Κυπρίους.

Δεν είναι σχέδιο επικράτησης της μιας κοινότητας πάνω στην άλλη. Είναι προσπάθεια απελευθέρωσης ενός κράτους και των πολιτών του από την κατοχή, τον εθνικισμό, τον φόβο και τη μόνιμη διαίρεση.

Η νέα προσπάθεια του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και η προγραμματισμένη επίσκεψη του στην Κύπρο στα τέλη Ιουλίου 2026 δείχνουν ότι το διεθνές ενδιαφέρον δεν έχει εκλείψει. Δεν πρέπει όμως να δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Καμιά αποστολή καλών υπηρεσιών δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική της Κυπριακής Δημοκρατίας ή την ευθύνη των πολιτών της.

Χρειαζόμαστε γνώση των πραγματικών δεδομένων. Διαφάνεια για όσα συζητούνται στο όνομα μας. Δημόσιο διάλογο πριν από κρίσιμες αποφάσεις. Σοβαρή μελέτη των εναλλακτικών επιλογών. Σταθερή σύνδεση της πολιτικής μας με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Χρειαζόμαστε επίσης μια πραγματικά πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, χωρίς εξαρτήσεις και αυταπάτες. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν πρέπει να ταυτίζει την ασφάλεια της με μια μόνο δύναμη, μια μόνο συμμαχία ή μια παροδική γεωπολιτική συγκυρία. Οφείλει να ενισχύει τις διεθνείς της σχέσεις, να αξιοποιεί την ιδιότητα της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να υπερασπίζεται με συνέπεια τις ίδιες αρχές που επικαλείται για την Κύπρο. Οι αρχές αυτές αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν μετατρέπονται σε σταθερή πολιτική πράξη. Οι διακηρύξεις, όσο σωστές και αν είναι, δεν αρκούν όταν δεν συνοδεύονται από συνεπή εφαρμογή. Η αξιοπιστία μιας χώρας οικοδομείται μέσα από τη συνέχεια, τη συνέπεια και τη θεσμική σοβαρότητα. Δυσκολεύεται, αντίθετα, όταν διαφορετικές επιλογές εμφανίζονται να αλληλοαναιρούνται ή να δημιουργούν την εντύπωση αντιφατικών προτεραιοτήτων. Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις ή τις δηλώσεις της, αλλά κυρίως από τη διαχρονική συνοχή και την αξιοπιστία των πράξεων της.

Δεν μπορούμε να απαιτούμε σεβασμό του διεθνούς δικαίου μόνο εκεί όπου μας εξυπηρετεί.

Η αξιοπιστία κατακτάται με συνέπεια.

Πενήντα δυο χρόνια μετά, δεν χρειαζόμαστε περισσότερα συνθήματα. Χρειαζόμαστε περισσότερη γνώση, αυτογνωσία και στρατηγική σκέψη.

Η μνήμη των νεκρών, των αγνοουμένων, των εγκλωβισμένων και των προσφύγων δεν τιμάται μόνο με τελετές. Τιμάται όταν αρνούμαστε να συνηθίσουμε την κατοχή. Όταν αποφεύγουμε να μετατρέψουμε τον πόνο σε μίσος. Όταν αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και έχουμε το θάρρος να αλλάξουμε πορεία.

Το πλανάσθαι είναι ανθρώπινο.

Η επιμονή στην πλάνη, όταν οι συνέπειες της είναι πλέον ορατές, αποτελεί επιλογή.

Η Κύπρος δεν χρειάζεται άλλη μια επέτειο διαπιστώσεων. Χρειάζεται ενημερωμένους πολίτες, καθαρό στόχο και μια ειρηνική αλλά σταθερή στρατηγική απελευθέρωσης.

Η γνώση δεν διχάζει.

Η γνώση φωτίζει.

Και χωρίς φως, κανένας λαός δεν μπορεί να επιλέξει ελεύθερα τον δρόμο προς το μέλλον του.

Fifty Two Years Later. History teaches that lasting peace cannot be built upon permanent separation.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button