Πανηγύρια χωρίς αντίκρισμα
Με αφορμή τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις αρχές Ιουλίου του 2026, και τη συμμετοχή σε αυτήν των Προέδρων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, έγιναν πανηγυρικές αναφορές στο γεγονός ότι οι δύο Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μετέφεραν στον Πρόεδρο της Τουρκίας προσυμφωνημένη θέση για το Κυπριακό, η οποία είχε συμφωνηθεί με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η κοινή αυτή θέση, που διαβιβάστηκε στον Τούρκο Πρόεδρο, ήταν η ακόλουθη:
• Για ζητήματα που αφορούν και ενδιαφέρουν την Τουρκία και για τα οποία επιθυμεί πρόοδο στις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία πρέπει να επιδείξει αποφασιστική βούληση για πρόοδο στο Κυπριακό.

Την «εξυπηρέτηση» αυτή, που σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή προσέφεραν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προς την Κυπριακή Δημοκρατία και τον λαό μας, τόσο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όσο και οι πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία την παρουσιάζουν ως σημαντική διπλωματική επιτυχία.
Η δική μας εκτίμηση είναι διαφορετική. Πρόκειται για ακόμη μία διπλωματική αστοχία στη διαδρομή των τελευταίων πενήντα δύο χρόνων του Κυπριακού, η οποία, κατά την άποψή μας, επηρεάζει αρνητικά τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα συμφέροντα του λαού μας.
Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ζήτησε από τους Ευρωπαίους ηγέτες να μεταφέρουν στον Πρόεδρο της Τουρκίας το μήνυμα ότι, εφόσον η Τουρκία επιδιώκει πρόοδο στις ευρωτουρκικές σχέσεις, με βάση το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο, οφείλει προηγουμένως να αποκαταστήσει τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που προκάλεσε στην Κύπρο το 1974 και οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι σήμερα.
Με άλλα λόγια, δεν ζητήθηκε από τον Πρόεδρο της Τουρκίας:
• να τερματίσει την κατοχή με την πλήρη αποχώρηση όλων των τουρκικών στρατευμάτων,
• να απομακρύνει όλους τους Τούρκους, Ευρωπαίους και άλλους εποίκους από τα κατεχόμενα εδάφη,
• να ανακαλέσει όλες τις παράνομες αποσχιστικές ενέργειες που ακολούθησαν την εισβολή,
• να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την πλήρη άσκηση της κρατικής εξουσίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ολόκληρη την επικράτειά της,
• να αναγνωρίσει και να σεβαστεί την Κυπριακή Δημοκρατία,
• να αποκαταστήσει τον δημογραφικό χαρακτήρα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος μεταβλήθηκε βίαια μετά το 1974.
Όχι μόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ζήτησε από τον Πρόεδρο της Τουρκίας τα πιο πάνω, αλλά και η «αποφασιστική πρόοδος στο Κυπριακό», την οποία, μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάλεσε την Τουρκία να επιδείξει, αφορά ουσιαστικά την αποδοχή της επανέναρξης του δικοινοτικού διαλόγου με στόχο την τελική λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Συνεκτιμώντας τις δημόσιες τοποθετήσεις και δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας σχετικά με τη μορφή της λύσης, το συμφωνημένο, κατά την άποψή του, πλαίσιο λύσης, το κεκτημένο των συνομιλιών μέχρι το Κραν Μοντανά το 2017, τις συμφωνημένες συγκλίσεις στις οποίες αναφέρεται διαρκώς, καθώς και τα ψηφίσματα 649 και 750 του Συμβουλίου Ασφαλείας, στα οποία επίσης παραπέμπει συστηματικά, εκτιμούμε ότι η προσέγγιση αυτή συνιστά προτροπή προς την Τουρκία να επανέλθει στις συνομιλίες με στόχο τη συνέχιση της ίδιας διαδικασίας.
Κατά την άποψή μας, μια τέτοια κατάληξη θα μπορούσε να οδηγήσει:
• στη νομιμοποίηση της σημερινής ντε φάκτο κατάστασης ως ντε γιούρε πραγματικότητας, με πιθανή μείωση του κατεχόμενου εδάφους από το 37% στο 29%,
• στη λειτουργία ξεχωριστού τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου,
• στην άσκηση πλήρους εξουσίας στη δική του ζώνη και συγκυριαρχίας στο σύνολο της Κύπρου μέσω της συμφωνημένης πολιτικής ισότητας και των δικοινοτικών ρυθμίσεων που θα διέπουν τη διακυβέρνηση της νέας πολιτειακής δομής,
• στη διατήρηση πληθυσμιακής πλειοψηφίας μέσω της παραμονής των Τούρκων εποίκων και της μη επιστροφής των νόμιμων Ελληνοκυπρίων κατοίκων που εκδιώχθηκαν βίαια από τις πατρογονικές τους εστίες το 1974,
• στη διατήρηση πλειοψηφίας στην ιδιωτική περιουσία μέσω της νομιμοποίησης του σφετερισμού των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων προσφύγων,
• στη λειτουργία χωριστής ιθαγένειας, κυβέρνησης, νομοθετικής εξουσίας, αστυνομίας και δικαιοσύνης,
• καθώς και στη δυνατότητα σύναψης οικονομικών σχέσεων και συμφωνιών με τρίτα κράτη.
Κατά την άποψή μας, οι πιο πάνω εξελίξεις θα μεταβάλουν ουσιαστικά τη φυσιογνωμία της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα δημιουργήσουν νέα πολιτικά και θεσμικά δεδομένα με μόνιμο χαρακτήρα.
Θεωρούμε υποχρέωσή μας να προειδοποιήσουμε, για ακόμη μία φορά, ότι δεν πρέπει να επαναληφθούν δικοινοτικές συνομιλίες με βάση τη φιλοσοφία και το περιεχόμενο αυτού που αυθαίρετα χαρακτηρίζεται ως «κεκτημένο» των συνομιλιών.
Κατά την άποψή μας, δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε εξελίξεις για τις οποίες αργότερα θα είναι αδύνατη η ανατροπή των συνεπειών τους.
Έστω και τώρα, πενήντα δύο χρόνια μετά, θεωρούμε ότι απαιτείται επανατοποθέτηση του Κυπριακού ως ζητήματος εισβολής, κατοχής και συνεχιζόμενης παραβίασης του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η προσπάθεια θα πρέπει να επικεντρωθεί στη διεκδίκηση της πλήρους αποκατάστασης όλων των παραβιάσεων του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου που διαπράχθηκαν από το 1974 και εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι σήμερα.
Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί το μοναδικό διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος στην Κύπρο. Η προστασία της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας, της εδαφικής της ακεραιότητας και της πλήρους άσκησης της κρατικής εξουσίας σε ολόκληρη την επικράτειά της πρέπει να παραμένει σταθερός προσανατολισμός κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας.
Παράλληλα, θεωρούμε ότι ο πλήρης σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των νόμιμων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, περιλαμβανομένου του δικαιώματος επιστροφής, εγκατάστασης και απόλαυσης της περιουσίας τους, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος οποιασδήποτε δίκαιης και βιώσιμης προοπτικής.
Με αυτές τις θέσεις, εκφράζουμε την πεποίθηση ότι η επιδίωξη μιας διαρκούς λύσης μπορεί να στηριχθεί μόνο στον πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, του ευρωπαϊκού κεκτημένου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Η ιστορία της Κύπρου υπενθυμίζει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε κρίσιμες στιγμές έχουν μακροχρόνιες συνέπειες.
Για τον λόγο αυτό απαιτούνται σύνεση, υπευθυνότητα, διαφάνεια και σταθερή προσήλωση στις θεμελιώδεις αρχές που κατοχυρώνουν την ελευθερία, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.