Η οριζόντια ψηφοφορία και η αναζήτηση μιας πιο αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας
Η δημόσια συζήτηση για την οριζόντια ψηφοφορία επανέρχεται συχνά στην Κύπρο, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένης απογοήτευσης από το πολιτικό σύστημα και τα πολιτικά κόμματα.
Για αρκετούς πολίτες παρουσιάζεται ως μια λύση που θα ενίσχυε την προσωπική επιλογή των ψηφοφόρων και θα περιόριζε τον κομματικό έλεγχο.

Το ερώτημα, όμως, είναι κατά πόσον μπορεί πράγματι να επιτύχει αυτούς τους στόχους χωρίς να δημιουργήσει νέες στρεβλώσεις.
Η πρόσφατη εμπειρία των βουλευτικών εκλογών του 2026 επαναφέρει το ζήτημα με ιδιαίτερη ένταση. Εάν εφαρμοζόταν ένα σύστημα καθαρής απλής αναλογικής, η σύνθεση της Βουλής θα ήταν διαφορετική. Κόμματα όπως η ΕΔΕΚ, η ΔΗΠΑ, το Volt, το Κίνημα Οικολόγων και το Κίνημα Κυνηγών θα εκπροσωπούνταν κοινοβουλευτικά, γεγονός που πιθανόν θα οδηγούσε σε μια διαφορετική πολιτική συζήτηση. Αντί η δημόσια αντιπαράθεση να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην οριζόντια ψηφοφορία, ίσως να στρεφόταν περισσότερο στην ουσιαστική αναβάθμιση της λειτουργίας των κομμάτων, στην παραγωγή πολιτικής και στην ποιότητα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.
Η κυπριακή ιστορία προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα. Οι βουλευτικές εκλογές του 1970 και του 1976 διεξήχθησαν με συνδυασμό πλειοψηφικού συστήματος και οριζόντιας ψηφοφορίας. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σημαντικές ανισορροπίες μεταξύ του ποσοστού των ψήφων και της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Το 1970, το Δημοκρατικό Εθνικό Κόμμα (ΔΕΚ) συγκέντρωσε περίπου 7% των ψήφων χωρίς να εκλέξει ούτε έναν βουλευτή. Αντίστοιχα, το 1976 ο Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ) έλαβε περίπου το ένα τέταρτο της λαϊκής ψήφου αλλά έμεινε εκτός Βουλής. Τα παραδείγματα αυτά υπενθυμίζουν ότι κάθε εκλογικό σύστημα μπορεί να παράγει αποτελέσματα τα οποία αποκλίνουν σημαντικά από την πραγματική εκλογική βούληση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η οριζόντια ψηφοφορία στερείται πλεονεκτημάτων. Αντίθετα, μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο του πολίτη, να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην προσωπικότητα και την ποιότητα των υποψηφίων και να περιορίσει σε κάποιο βαθμό τη μονοδιάστατη κομματική ψήφο. Ταυτόχρονα, όμως, ενδέχεται να δημιουργήσει νέα προβλήματα αντιπροσώπευσης. Υποψήφιοι μικρότερων κομμάτων μπορούν να εκλεγούν κυρίως με ψήφους προερχόμενες από μεγάλους κομματικούς μηχανισμούς, γεγονός που ενδέχεται να αλλοιώνει την πραγματική βούληση των ψηφοφόρων του ίδιου του κόμματός τους.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι δεν υπάρχει ιδανικό εκλογικό σύστημα. Κάθε μοντέλο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαφορετικές δημοκρατικές αξίες, όπως η κυβερνητική σταθερότητα, η αναλογική εκπροσώπηση, η προσωπική επιλογή των υποψηφίων και η λογοδοσία απέναντι στους πολίτες. Για τον λόγο αυτό, αρκετές χώρες επιλέγουν μικτά εκλογικά συστήματα, συνδυάζοντας διαφορετικούς μηχανισμούς ώστε να περιορίζονται οι αδυναμίες κάθε επιμέρους μοντέλου.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να εξεταστεί μια διαφορετική προσέγγιση για την Κύπρο. Η επαναφορά της απλής αναλογικής θα ενίσχυε την αντιπροσωπευτικότητα της Βουλής και θα περιόριζε τις μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ ποσοστών ψήφων και κοινοβουλευτικών εδρών. Παράλληλα, θα μπορούσε να θεσπιστεί ένας μικρός αριθμός βουλευτών επικρατείας, για παράδειγμα έξι ή επτά έδρες, οι οποίοι θα εκλέγονται με οριζόντια ψηφοφορία σε παγκύπρια βάση. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να εφαρμοστεί πιλοτικά και να αξιολογηθεί αντικειμενικά μετά από μία ή δύο εκλογικές αναμετρήσεις.
Πέρα όμως από τα εκλογικά συστήματα, το ουσιαστικό ζήτημα παραμένει η ποιότητα της δημοκρατίας. Η αποτελεσματική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, η διαφάνεια, η λογοδοσία, η αξιοποίηση εξειδικευμένης γνώσης κατά τη λήψη αποφάσεων και η ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών είναι στοιχεία που δεν μπορούν να υποκατασταθούν από οποιαδήποτε αλλαγή στον εκλογικό νόμο.
Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα δεν αποκαθίσταται αποκλειστικά μέσω διαφορετικών τρόπων ψηφοφορίας. Αποκαθίσταται όταν οι θεσμοί λειτουργούν αποτελεσματικά, όταν οι αποφάσεις βασίζονται στη γνώση και όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά.
Η συζήτηση για την οριζόντια ψηφοφορία είναι, επομένως, χρήσιμη. Δεν θα πρέπει όμως να αντιμετωπίζεται ως πανάκεια. Αποτελεί μέρος μιας πολύ ευρύτερης συζήτησης για το ποια μορφή δημοκρατίας επιθυμούμε, ποια μορφή πολιτικής εκπροσώπησης μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στις σύγχρονες προκλήσεις και πώς θα ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη μεταρρύθμιση να μην αφορά μόνο τον τρόπο με τον οποίο ψηφίζουμε, αλλά τον τρόπο με τον οποίο παράγεται η πολιτική, αξιοποιείται η γνώση και καλλιεργείται μια κουλτούρα δημοκρατικής ευθύνης.
- Βασιλεία Παύλου είναι ερευνήτρια και αρθρογραφεί συχνά στο forum της Agora Dialogue. Ασχολείται κυρίως με ζητήματα πολιτισμού, κοινωνίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημόσιου διαλόγου. Οι ιδιότητες και οι δραστηριότητες που αναφέρονται αποτελούν κυρίως ενδεικτική αποτύπωση του έργου της.