Η κρίση της Δύσης είναι κρίση συνέπειας και στρατηγικού προσανατολισμού
Ο δημόσιος διάλογος γύρω από τη Δύση, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες εγκλωβίζεται συχνά σε απλουστευτικές επιλογές.
Κάποιος καλείται να ταχθεί υπέρ ή κατά της Αμερικής, υπέρ ή κατά της Ευρώπης, υπέρ ή κατά ενός συγκεκριμένου ηγέτη.

Η διεθνής πολιτική όμως δεν μπορεί να ερμηνεύεται με όρους στρατοπέδων και προσωπικών συμπαθειών. Απαιτεί ιστορική γνώση, στρατηγική σκέψη, ψυχραιμία και κυρίως συνέπεια.
Η σημερινή κρίση της Δύσης δεν είναι πρωτίστως κρίση στρατιωτικής ή οικονομικής ισχύος. Είναι κρίση αξιοπιστίας.
Για πολλές δεκαετίες η Δύση δεν αντλούσε την επιρροή της μόνο από την οικονομική ανάπτυξη, την επιστημονική πρόοδο ή τη στρατιωτική της υπεροχή. Αντλούσε δύναμη και από την πεποίθηση ότι υπερασπιζόταν τη δημοκρατία, το διεθνές δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη θεσμική λογοδοσία και την ειρηνική επίλυση των διαφορών.
Οι αρχές αυτές δεν έχασαν την αξία τους. Εκείνο που έχει αποδυναμωθεί είναι η συνέπεια με την οποία εφαρμόζονται.
Η αλλοπρόσαλλη και συχνά αντιφατική συμπεριφορά του Donald Trump δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή ιδιορρυθμία ενός πολιτικού προσώπου. Η εξωτερική πολιτική μιας υπερδύναμης δεν είναι δυνατόν να εξαρτάται από προσωπικές παρορμήσεις, αιφνιδιασμούς και καθημερινές μεταβολές.
Οι σύμμαχοι χρειάζονται προβλεψιμότητα, θεσμική συνέχεια και αίσθηση ευθύνης. Η σύγχυση ανάμεσα στη ρητορική και στην πραγματική πολιτική δεν αποτελεί πάντοτε ένδειξη στρατηγικού βάθους. Μπορεί να δημιουργήσει ανασφάλεια, να ενθαρρύνει λανθασμένους υπολογισμούς και να αποδυναμώσει συμμαχίες που στηρίχθηκαν επί δεκαετίες στην αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Η αναγκαία κριτική προς την αμερικανική πολιτική δεν απαλλάσσει την Ευρώπη από τις δικές της ευθύνες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως μια κοινότητα αρχών. Ωστόσο, η συμπεριφορά των κρατών μελών της και των συμμάχων τους δεν είναι ούτε ενιαία ούτε πάντοτε συμβατή με τις επίσημες διακηρύξεις τους.
Η λειτουργία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ασφάλεια ορισμένων κρατών αντιμετωπίζεται ως απόλυτη προτεραιότητα, ενώ οι απειλές που αντιμετωπίζουν άλλα μέλη της συμμαχίας υποβαθμίζονται ή εντάσσονται σε ευρύτερους γεωπολιτικούς υπολογισμούς.
Η Τουρκία συνεχίζει να κατέχει έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, διατυπώνει απειλές κατά της Ελλάδας και της Κύπρου και εξακολουθεί να απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση από αρκετές δυτικές χώρες λόγω της στρατηγικής της θέσης.
Δεν είναι πειστικό να γίνεται αυστηρή επίκληση του διεθνούς δικαίου σε μία περίπτωση και να υιοθετείται σχεδόν απόλυτη ανοχή σε μια άλλη. Οι αρχές που εφαρμόζονται επιλεκτικά παύουν σταδιακά να λειτουργούν ως αρχές και μετατρέπονται σε εργαλεία πολιτικής σκοπιμότητας.
Η αντίφαση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Συνδέεται με μια μακρύτερη ιστορική πορεία.
Οι σημαντικότερες δυτικές δυνάμεις οικοδόμησαν μεγάλο μέρος της οικονομικής και γεωπολιτικής τους ισχύος μέσα από την αποικιοκρατία, την εκμετάλλευση φυσικών πόρων και την επέμβαση στις υποθέσεις άλλων λαών. Η τυπική αποχώρηση από τις αποικίες δεν συνοδεύθηκε πάντοτε από εγκατάλειψη της αποικιοκρατικής νοοτροπίας.
Οικονομικές εξαρτήσεις, στρατιωτικές επεμβάσεις, πολιτικές πιέσεις και επιλεκτικές συμμαχίες εξακολουθούν να δημιουργούν την εντύπωση ότι η ισότητα μεταξύ των κρατών παραμένει περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική.
Η Δύση συχνά απαιτεί από άλλους να σεβαστούν κανόνες που η ίδια παραβλέπει όταν θεωρεί ότι συγκρούονται με τα στρατηγικά της συμφέροντα. Η αντίφαση αυτή είναι ορατή όχι μόνο στους αντιπάλους της αλλά και στους λαούς που επί δεκαετίες υπέστησαν τις συνέπειες ξένων επεμβάσεων.
Η στάση απέναντι στο Ισραήλ αποτελεί ακόμη μία σοβαρή δοκιμασία αξιοπιστίας.
Η ασφάλεια του Ισραήλ αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα. Το ίδιο αναφαίρετη όμως είναι η ασφάλεια και η αξιοπρέπεια των Παλαιστινίων. Η προστασία των αμάχων και ο σεβασμός του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου δεν μπορούν να εξαρτώνται από την ταυτότητα του θύματος ή του δράστη.
Η άκριτη υποστήριξη, η υποκριτική σιωπή και η κοντόφθαλμη ανοχή απέναντι σε πολιτικές που διαιωνίζουν τη σύγκρουση δεν υπηρετούν ούτε την ειρήνη ούτε την ασφάλεια του ίδιου του Ισραήλ.
Η πραγματική φιλία δεν εκφράζεται με αδιαφορία απέναντι στα λάθη ενός συμμάχου. Εκφράζεται με ειλικρίνεια και με την προθυμία να επισημανθούν οι επιλογές που οδηγούν σε μεγαλύτερη ανασφάλεια, απομόνωση και βαθύτερο μίσος.
Την ίδια ώρα, ο Παγκόσμιος Νότος παρακολουθεί έναν διεθνή διάλογο που περιστρέφεται κυρίως γύρω από τα συμφέροντα των ισχυρότερων κρατών.
Για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, τα πιο άμεσα ζητήματα δεν είναι η γεωπολιτική επιρροή στην Ευρώπη ή η ισορροπία δυνάμεων στον Ειρηνικό. Είναι η πείνα, η φτώχεια, η υπερχρέωση, η έλλειψη πρόσβασης στην εκπαίδευση και την υγεία, η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Η επιλεκτική κινητοποίηση της διεθνούς κοινότητας γεννά εύλογη δυσπιστία. Εξηγεί επίσης γιατί ολοένα περισσότερες χώρες αρνούνται να ενταχθούν άκριτα σε ένα νέο διπολικό σύστημα και αναζητούν πολυδιάστατες σχέσεις.
Η πολυπολικότητα δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη απειλή. Μπορεί να προσφέρει δυνατότητες για μεγαλύτερη ισορροπία, αρκεί να μη μετατραπεί σε έναν νέο ανταγωνισμό ηγεμονιών και σφαιρών επιρροής.
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.
Το όραμα του Σαρλ Ντε Γκωλ για μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια δεν υλοποιήθηκε. Η Ευρώπη δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει μια ενιαία στρατηγική προσωπικότητα ούτε να αναπτύξει μια πραγματικά αυτόνομη σχέση με όλες τις δυνάμεις της ηπείρου.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία για την οικοδόμηση μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφάλειας που θα μπορούσε να περιορίσει τις νέες διαιρέσεις και να εντάξει τη Ρωσία σε ένα διαφορετικό ευρωπαϊκό πλαίσιο συνεργασίας.
Αυτό δεν δικαιολογεί την εισβολή στην Ουκρανία ούτε απαλλάσσει τη ρωσική ηγεσία από τις ευθύνες της. Επιβάλλει όμως να μελετήσουμε ολόκληρη την αλληλουχία των επιλογών και των παραλείψεων που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.
Οι τραγωδίες δεν αποτρέπονται με την αναζήτηση ευθυνών μόνο μετά την έναρξή τους. Αποτρέπονται με διπλωματία, πρόβλεψη και την ικανότητα να κατανοούνται οι φόβοι και οι επιδιώξεις όλων των πλευρών χωρίς αυτό να σημαίνει αποδοχή ή δικαιολόγηση των πράξεών τους.
Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης δεν πρέπει να σημαίνει ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρέπει να σημαίνει ισότιμη συνεργασία.
Η Ευρώπη χρειάζεται την Αμερική και η Αμερική χρειάζεται την Ευρώπη. Η σχέση αυτή όμως δεν μπορεί να στηρίζεται στην εξάρτηση ούτε στην άκριτη συμμόρφωση. Χρειάζεται αμοιβαίο σεβασμό, θεσμική συνέχεια και τη δυνατότητα διαφωνίας μεταξύ πραγματικών συμμάχων.
Η κριτική αυτή δεν αφορά μόνο τις μεγάλες δυνάμεις. Αφορά και μικρότερα κράτη που συχνά υποκαθιστούν τη στρατηγική με τη διαχείριση της συγκυρίας.
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελούν εξαίρεση.
Η εξωτερική τους πολιτική στηρίζεται διαχρονικά στην εύλογη επιδίωξη ισχυρών συμμαχιών. Ωστόσο, οι συμμαχίες αυτές δεν συνοδεύονται πάντοτε από ανάλογη διεκδίκηση, αμοιβαιότητα και σαφή στρατηγικό σχεδιασμό.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι δύο χώρες φαίνεται να προσφέρουν πολιτική, διπλωματική και στρατηγική υποστήριξη χωρίς να εξασφαλίζουν ουσιαστικά ανταλλάγματα για τα ζωτικά τους συμφέροντα. Η συνέπεια προς τους συμμάχους παρουσιάζεται σχεδόν ως αυτοσκοπός, ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη συνέπεια των συμμάχων απέναντι στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
Η αξιοπιστία είναι απαραίτητη. Δεν μπορεί όμως να είναι μονομερής.
Η φιλία δεν σημαίνει σιωπή. Η συμμαχία δεν σημαίνει παραίτηση από την ανεξάρτητη κρίση. Η συνεργασία δεν σημαίνει παραχώρηση στρατηγικού χώρου χωρίς σαφή ανταπόδοση και χωρίς αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων συνεπειών.
Συχνά γίνεται λόγος για πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Η διατύπωση αυτή είναι ελκυστική και αναγκαία. Η πολυδιάστατη πολιτική όμως δεν αποδεικνύεται με διακηρύξεις. Αποδεικνύεται από την πράξη.
Στην πραγματικότητα, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Κυπριακής Δημοκρατίας φαίνεται να συνδέεται ολοένα στενότερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Οι σχέσεις αυτές έχουν αναμφίβολα στρατηγική σημασία. Δεν είναι ούτε λογικό ούτε ωφέλιμο να αμφισβητηθούν. Υπάρχει όμως ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη συνεργασία και στην εξάρτηση, όπως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη στρατηγική σύγκλιση και στην άκριτη ταύτιση.
Δεν μπορεί μια χώρα να διακηρύσσει πολυδιάστατη πολιτική και ταυτόχρονα να περιορίζει στην πράξη το διπλωματικό της βάθος σε έναν στενό κύκλο εταίρων.
Δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως γέφυρα ανάμεσα σε πολιτισμούς και περιοχές, ενώ λειτουργεί σταδιακά ως προκεχωρημένο σημείο μιας μόνο γεωπολιτικής κατεύθυνσης.
Δεν μπορεί να επικαλείται το διεθνές δίκαιο για την Κύπρο και να αποφεύγει να το υπερασπιστεί με την ίδια σαφήνεια στην Παλαιστίνη ή σε άλλες περιπτώσεις.
Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική προϋποθέτει ισορροπημένες σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη, τον αραβικό κόσμο, την Αφρική, την Ασία, τη Λατινική Αμερική και τον ευρύτερο Παγκόσμιο Νότο.
Προϋποθέτει επίσης το θάρρος να διατυπώνονται θέσεις αρχών ακόμη και απέναντι στους στενότερους εταίρους.
Η Κύπρος και η Ελλάδα διαθέτουν ένα ιδιαίτερο γεωγραφικό, ιστορικό και πολιτισμικό πλεονέκτημα. Βρίσκονται στο σημείο όπου συναντώνται η Ευρώπη, η Μέση Ανατολή και η Αφρική.
Η γεωγραφία αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως πηγή κινδύνων. Μπορεί να αποτελέσει στρατηγικό κεφάλαιο.
Η αποστολή τους δεν είναι να λειτουργούν ως προκεχωρημένα φυλάκια οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης. Είναι να αποτελέσουν αξιόπιστες γέφυρες διαλόγου, συνεργασίας και κατανόησης.
Μια μικρή χώρα δεν αποκτά μεγαλύτερη αξία επειδή ακολουθεί πιστά έναν ισχυρότερο σύμμαχο. Αποκτά αξία όταν διαθέτει άποψη, αξιοπιστία, πρωτοβουλία και δυνατότητα να επικοινωνεί με διαφορετικές πλευρές.
Η πραγματική πολυδιάστατη πολιτική δεν είναι πολιτική ίσων αποστάσεων. Είναι πολιτική αρχών, ανοιχτών διαύλων και δημιουργικής αυτονομίας.
Η διεθνής τάξη χρειάζεται επίσης ουσιαστική ανανέωση.
Οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν αντανακλούν πλέον πλήρως τη σύγχρονη κατανομή πληθυσμού, ισχύος και οικονομικής επιρροής.
Ο Παγκόσμιος Νότος δεν μπορεί να καλείται απλώς να ακολουθεί αποφάσεις στις οποίες είχε περιορισμένη συμμετοχή. Χρειάζεται ουσιαστικότερη εκπροσώπηση και πραγματική δυνατότητα συνδιαμόρφωσης των διεθνών επιλογών.
Η πολυμέρεια δεν πρέπει να παραμένει σύνθημα. Χρειάζεται να μετατραπεί σε συμμετοχή, λογοδοσία και κοινή ευθύνη.
Πάνω από όλα απαιτείται μια νέα πολιτική κουλτούρα.
Λιγότερη αλαζονεία.
Λιγότερη επιλεκτική ευαισθησία.
Λιγότερη υποκρισία.
Περισσότερη συνέπεια.
Περισσότερη αυτοκριτική.
Περισσότερη γνώση.
Περισσότερος διάλογος.
Η γνώση δεν οδηγεί αναγκαστικά σε συμφωνία. Επιτρέπει όμως βαθύτερη κατανόηση. Χωρίς κατανόηση δεν μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη. Χωρίς εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ειρήνη.
Η πραγματική ισχύς μιας δημοκρατίας δεν μετριέται μόνο από τον στρατό, την οικονομία ή τις συμμαχίες της. Μετριέται και από την προθυμία της να εφαρμόζει στον εαυτό της τις ίδιες αρχές που απαιτεί από τους άλλους.
Η Δύση εξακολουθεί να διαθέτει τεράστιες δυνατότητες. Η μεγαλύτερη πρόκλησή της δεν είναι να διατηρήσει την κυριαρχία της. Είναι να ανακτήσει την αξιοπιστία της.
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετωπίζουν μια παρόμοια, μικρότερης κλίμακας πρόκληση. Να μετατρέψουν τις συμμαχίες τους από σχέσεις εξάρτησης σε σχέσεις αμοιβαιότητας και τις διακηρύξεις περί πολυδιάστατης πολιτικής σε πραγματική στρατηγική πράξη.
Η δική μου πεποίθηση είναι ότι η ελπίδα δεν βρίσκεται σε νέες διαιρέσεις ούτε σε νέες μορφές υποταγής.
Βρίσκεται στη συνέπεια, στην ανεξάρτητη σκέψη, στην ισότιμη συνεργασία και στο θάρρος να υπερασπιζόμαστε τις ίδιες αρχές απέναντι σε φίλους και αντιπάλους.
- Ο Ντίνος Τουμάζος είναι συνιδρυτής και εκτελεστικός διευθυντής της Agora Dialogue.