Έμφυλη βία και θεσμική αποτελεσματικότητα. Μια πολυεπιστημονική προσέγγιση στην περίπτωση του Καμερούν
Από τις νομοθετικές δεσμεύσεις στη συστημική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Η πρόσφατη έκθεση της Human Rights Watch, με τίτλο “Cameroon: Failed Promise to Reduce Gender-Based Violence“, επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα από τα πλέον σύνθετα και επίμονα ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: την έμφυλη βία ως διαχρονικό, πολυπαραγοντικό και βαθιά συστημικό κοινωνικό φαινόμενο.

Η περίπτωση του Καμερούν δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη παράδειγμα ανεπαρκούς εφαρμογής δημόσιων πολιτικών.
Αντιθέτως, αναδεικνύει τις δυσκολίες μετάβασης από τις πολιτικές διακηρύξεις στη θεσμική αποτελεσματικότητα. Παρά τις κυβερνητικές δεσμεύσεις που διατυπώθηκαν πριν από περισσότερο από μία δεκαετία για ουσιαστική μείωση της βίας κατά των γυναικών έως το 2026, τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η έμφυλη βία εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλή συχνότητα, ενώ η πρόσβαση των θυμάτων στη δικαιοσύνη, στην κοινωνική προστασία και στις υποστηρικτικές υπηρεσίες παραμένει περιορισμένη.
Η επιστημονική κοινότητα αντιμετωπίζει πλέον την έμφυλη βία όχι ως ένα μεμονωμένο ποινικό ή κοινωνικό πρόβλημα αλλά ως ένα πολυδιάστατο φαινόμενο δημόσιας υγείας, αναπτυξιακής πολιτικής, κοινωνιολογίας, ψυχολογίας, οικονομικής επιστήμης και διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η σύγχρονη βιβλιογραφία χρησιμοποιεί ολοένα συχνότερα τον όρο structural violence (δομική βία) για να περιγράψει μορφές κοινωνικής οργάνωσης που δημιουργούν ή αναπαράγουν ανισότητες χωρίς να εκδηλώνονται πάντοτε μέσω άμεσης φυσικής βίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι διακρίσεις στην πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην ιδιοκτησία, στη χρηματοδότηση, στη δικαιοσύνη ή στις υπηρεσίες υγείας λειτουργούν ως μηχανισμοί που αυξάνουν την ευαλωτότητα των γυναικών απέναντι στη βία.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η έννοια της οικονομικής αυτονομίας, η οποία στην έκθεση της Human Rights Watch παρουσιάζεται ως ένας από τους σημαντικότερους προστατευτικούς παράγοντες. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η οικονομική εξάρτηση περιορίζει ουσιαστικά τη δυνατότητα των θυμάτων να εγκαταλείψουν κακοποιητικές σχέσεις, να προσφύγουν στις αρχές ή να επανακτήσουν την κοινωνική και προσωπική τους αυτονομία.
Η οικονομική διάσταση της έμφυλης βίας αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης τα τελευταία χρόνια. Το άμεσο κόστος περιλαμβάνει υπηρεσίες υγείας, δικαστικές διαδικασίες, αστυνομική παρέμβαση και κοινωνική πρόνοια. Το έμμεσο κόστος είναι ακόμη μεγαλύτερο και εκδηλώνεται μέσω μειωμένης παραγωγικότητας, απώλειας εισοδήματος, αυξημένης ανεργίας, διακοπής της εκπαίδευσης, επιδείνωσης της ψυχικής υγείας και διαιώνισης του κύκλου της φτώχειας. Έτσι, η έμφυλη βία δεν επηρεάζει μόνο τα άμεσα θύματα αλλά και τη συνολική αναπτυξιακή δυναμική μιας χώρας.
Παράλληλα, η ψυχολογική και νευροβιολογική έρευνα έχει τεκμηριώσει ότι η παρατεταμένη έκθεση σε τραυματικές εμπειρίες μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες επιδράσεις στη λειτουργία του εγκεφάλου, στην αντίδραση στο στρες, στη γνωστική λειτουργία και στη συναισθηματική ρύθμιση. Οι επιπτώσεις αυτές επηρεάζουν όχι μόνο τις γυναίκες αλλά και τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα ενδοοικογενειακής βίας, δημιουργώντας μηχανισμούς διαγενεακής μετάδοσης του τραύματος.
Η κοινωνιολογία προσεγγίζει το φαινόμενο μέσα από τη θεωρία των κοινωνικών κανόνων (social norms theory). Σε κοινωνίες όπου η ανισότητα των φύλων θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή ή όπου η οικογενειακή βία αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική υπόθεση, μειώνεται σημαντικά η πιθανότητα καταγγελίας των περιστατικών και αυξάνεται η ατιμωρησία των δραστών. Η αλλαγή νοοτροπιών προϋποθέτει συνεπώς μακροχρόνιες παρεμβάσεις στην εκπαίδευση, στην ενημέρωση και στη λειτουργία των θεσμών.
Εξίσου σημαντική είναι η διάσταση της διαθεματικότητας (intersectionality). Η εμπειρία της βίας διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία, την οικονομική κατάσταση, την αναπηρία, την εθνοτική προέλευση, τον τόπο κατοικίας, την εκπαίδευση ή ακόμη και την ύπαρξη ένοπλων συγκρούσεων. Στο Καμερούν, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις σε ορισμένες περιοχές της χώρας επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση, καθώς η αποδυνάμωση των κρατικών θεσμών περιορίζει την πρόσβαση των γυναικών σε υπηρεσίες προστασίας και δικαιοσύνης.
Η διεθνής εμπειρία προσφέρει ενδιαφέροντα παραδείγματα πολιτικών που έχουν αποδώσει θετικά αποτελέσματα. Η Ισπανία δημιούργησε εξειδικευμένα δικαστήρια για περιστατικά έμφυλης βίας. Στις σκανδιναβικές χώρες εφαρμόζονται ολοκληρωμένα δίκτυα κοινωνικής προστασίας και έγκαιρης παρέμβασης. Σε αρκετές χώρες αναπτύσσονται ψηφιακά εργαλεία αξιολόγησης κινδύνου, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι λειτουργούν με διαφάνεια, επιστημονική εγκυρότητα και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Τα τελευταία χρόνια η προσέγγιση της Human Security αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στην ανάλυση της έμφυλης βίας. Η ασφάλεια δεν περιορίζεται πλέον στην προστασία των κρατών αλλά επεκτείνεται στην προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της σωματικής ακεραιότητας, της οικονομικής ανεξαρτησίας, της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και της κοινωνικής συμμετοχής. Η έμφυλη βία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ζητήματος όπου η ανθρώπινη ασφάλεια και η βιώσιμη ανάπτυξη συνδέονται άρρηκτα.
Η επίτευξη ουσιαστικής προόδου προϋποθέτει συνεκτικές δημόσιες πολιτικές βασισμένες σε αξιόπιστα δεδομένα (evidence-based policymaking), αποτελεσματική συλλογή στατιστικών στοιχείων, ενίσχυση των μηχανισμών λογοδοσίας, διεπιστημονική συνεργασία και σταθερή χρηματοδότηση υπηρεσιών πρόληψης και υποστήριξης των θυμάτων. Παράλληλα, απαιτείται η ενεργός συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, της ακαδημαϊκής κοινότητας, των διεθνών οργανισμών και των τοπικών κοινοτήτων.
Η περίπτωση του Καμερούν υπενθυμίζει ότι οι νομοθετικές δεσμεύσεις αποτελούν μόνο το πρώτο στάδιο μιας πολύ ευρύτερης διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Η πραγματική πρόοδος μετράται από την αποτελεσματικότητα των θεσμών, την ισότιμη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, την οικονομική ενδυνάμωση των γυναικών και, τελικά, από τη δυνατότητα κάθε ανθρώπου να ζει χωρίς φόβο, διακρίσεις και βία.
Η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας δεν αποτελεί απλώς υποχρέωση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αποτελεί ταυτόχρονα δείκτη ποιότητας της δημοκρατίας, θεσμικής ωριμότητας, κοινωνικής συνοχής και βιώσιμης ανάπτυξης.
Οι κοινωνίες που επενδύουν στην ισότητα, στην πρόληψη και στην προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν ενισχύουν μόνο τα δικαιώματα των γυναικών.
Ενισχύουν τη συνολική ανθεκτικότητα και την ποιότητα των δημοκρατικών τους θεσμών.
- Ο Δημήτρης Αγγέλου ασχολείται κυρίως με τη γεωπολιτική της τεχνολογίας, την πράσινη μετάβαση και τη στρατηγική ισχύ σε έναν κόσμο συστημικού ανταγωνισμού.