Greek Reports (Ελληνικά)

Πανίκου Πέτσα, «Η σφαίρα που μου χαρίστηκε»

Μια έμψυχη σφαίρα από το παρελθόν, για το παρόν και το μέλλον

Στον πρόλογο του βιβλίου του «Η σφαίρα που μου χαρίστηκε. Το χρονικό των Ηρωικών Μαχών στην Αετοφωλιά και στο Κοτζά Καγιά του Πενταδακτύλου το 1974 μέσα από την προσωπική μαρτυρία μου» (2025), ο δημοσιογράφος Πανίκος Πέτσας, στρατιώτης το 1974, στο 231 Τάγμα Πεζικού, τονίζει:  «Αυτή η κατάθεση που κρατάτε στα χέρια σας δεν ανοίγει κανένα φάκελο ούτε φιλοδοξεί να εξαντλήσει το θέμα το οποίο πραγματεύεται. Διαζωγραφίζει περιπτώσεις ηρωισμών, δοκιμασίας και μαρτυρίων κυρίως των αξιωματικών και στρατιωτών που αγωνίστηκαν ή έπεσαν το 1974. Μνημόσυνο ας θεωρηθούν οι σελίδες που ακολουθούν, από ένα άνθρωπο που είχε την τύχη ν’ αναπνεύσει τον τραγικό αέρα του μετώπου και της προδοσίας. Και προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια, όχι όμως και στην ιστορική πληρότητα». Και λίγο πιο κάτω: «Οι νεότερες γενιές πρέπει να μάθουν ότι κάποιοι τρελοί Έλληνες έμειναν στο μετερίζι τους και φύλαξαν Θερμοπύλες».

Ο Πενταδάκτυλος. Φωτό: Νίκος Νικολάου Χατζημιχαήλ

Τίτλος και πρόλογος προβάλλουν τη σύνθεση και τη λειτουργία της «Σφαίρας», από πόσο βαθιά έρχεται και πού στοχεύει, τον προδομένο αγώνα του συγγραφέα και των συμπολεμιστών του και την αγωνία, για την καταγραφή των γεγονότων από τους βιωματικούς μάρτυρες, προς αποσόβηση της λήθης, συμπλήρωση ή αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και παραδειγματισμό.

Ο Πανίκος Πέτσας γεννήθηκε στη Λύση, το 1954. «Μεγάλωσα ακούγοντας για τον Γρηγόρη Αυξεντίου και τους άλλους ήρωες και πως ο θάνατος καταργείται και πως η ιστορία δεν γράφεται από ριψάσπιδες. Κάτι παρόμοιο επιτελέστηκε και στο φυλάκιο της Αετοφωλιάς στον Πενταδάκτυλο», εξηγεί.

Ο ίδιος νιώθει τη δική του σωτηρία «δώρο», το οποίο γεννά το χρέος της απομνημόνευσης. Και, εδώ, ο λόγος και ρόλος του Π. Πέτσα συναντά την «Οφειλή» του Τίτου Πατρίκιου, επιζήσαντα άλλων πολέμων:

«Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,

είναι σαν να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω

γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα

χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.

κι όσος καιρός μου μένει

σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν

για να τους ιστορήσω».

Ο λόγος του Π. Πέτσα είναι παραστατικός, κατανοητός, ενίοτε έντονα λυρικός. Άλλωστε, η γραφίδα του είναι ασκημένη λόγω και της δημοσιογραφικής σταδιοδρομίας, από τον «Αγώνα» ως τον «Αντίλογο». Είναι, όμως, ο λυρισμός και ένας τρόπος να καταστεί η συνθλιπτική φρίκη κουβεντιαστή.

Το 364 σελίδων βιβλίο αποτελείται από 15 κεφάλαια, με τη διάρθρωση να είναι κυρίως χρονολογική, αρχής γενομένης από τα παιδικά χρόνια, στη Λύση και επιστέγασμα τη μνήμη.

Στο τρίτο κεφάλαιο η αφήγηση εστιάζεται και στην Κερύνεια, τη «μαγική» πόλη που ο Π. Πέτσας αγάπησε βαθιά και συνέδεσε με τη στρατιωτική του θητεία. Η ψηλάφηση δείχνει πως, παρά την πολεμική εστίασή της, η «Σφαίρα» του Π. Πέτσα είναι βαθιά αντιπολεμική. Τονίζει ο συγγραφέας: «Στο γραφικό λιμανάκι ξοδεύαμε ανέμελα την ελευθερία μας. Στο Πέντε Μίλι ρουφάγαμε το θαλασσινό αγέρι, αφουγκραζόμασταν τον ψίθυρο των κυμάτων και τα μυστικά τους τραγούδια». Γλαφυρότητα, ρομαντισμός και νοσταλγία χαρακτηρίζουν και την περιγραφή του Πενταδακτύλου, τον χειμώνα που προηγήθηκε της Εισβολής: «Μια ολόλευκη κουβέρτα σκέπασε τον Πενταδάκτυλο και την Αετοφωλιά. Έμοιαζε με ακατέργαστο πίνακα, καλυμμένο με απαλή, λευκή κάλυψη που ακτινοβολούσε ηρεμία. Ο ήλιος αντανακλούσε πάνω στους αμέτρητους κρυστάλλους του χιονιού, δίνοντας την αίσθηση πως βρίσκεσαι σε ένα παραμύθι».

Στα κεφάλαια 10-14 ο συγγραφέας ερευνά, πραγματεύεται, σταθμίζει και αξιολογεί. Το ήθος και τα έργα των υπευθύνων του δράματος της πατρίδας να αντιπαραβάλλονται με εκείνα των προασπιστών της.

Η ένταση κορυφώνεται κατά την αφήγηση των γεγονότων της Εισβολής, η οποία πρόλαβε τα εικοστά γενέθλια και την απόλυση του αφηγητή, μετά από διετή θητεία. Εδώ το «κατηγορώ» οξύνεται: «Σημειώθηκε το παράδοξο η Τουρκία να ενισχύει διαρκώς τις δυνάμεις εισβολής και η Εθνική Φρουρά να εξασθενεί, επειδή καμία στρατιωτική συνδρομή δεν ήλθε από Ελλάδα. Αγναντεύαμε με αγωνία τον ορίζοντα να εντοπίσουμε κάποια ελληνικά αεροσκάφη. Αγναντεύαμε με παράπονο την περιοχή της αποβάσεως, αδημονώντας να δούμε τα πρώτα τουρκικά πλοία να τορπιλίζονται».

Θυμόμαστε, εδώ, τον Κώστα Μόντη:

«Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.

Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,

τι αντίλαλος ήταν εκείνος!

Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό

γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,

γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα

γιατί μας είπαν ψέμα η καρδιά

και ψέμα οι Ιστορίες μας».

Το φυλάκιο της Αετοφωλιάς από το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα. Αρχείο Πανίκου Πέτσα

Η 21η Ιουλίου βρήκε τον στρατιώτη Π. Πέτσα στον Πενταδάκτυλο, ή, αλλιώς, «στην κόλαση». 22 Ιουλίου: «Αγωνία, ένταση στον υπερθετικό βαθμό. Πραγματική κόλαση. Σκηνές πολιορκίας του Μεσολογγίου». Εκείνη την ημέρα ο Π. Πέτσας διασταυρώθηκε με τον θάνατο, όταν ο συμπολεμιστής Φίλιππος Κυριάκου σκοτώθηκε από τουρκική σφαίρα: «Όλα πάγωσαν μέσα μου. Ήταν η πρώτη φορά που είδα θάνατο από τόσο κοντά. Ήταν δίπλα μου, με το όνομα του φίλου μου και το βλέμμα που μόλις είχε κοιτάξει εμένα».

Μόλις είκοσι ετών και, όπως γράφει και ο Άνθος Λυκαύγης,  «ανακαλύπτεις τον βίον σου επί κινουμένης άμμου και τον εαυτόν σου υποχείριον και καθυποθηκευμένον και εις το παρελθόν και το μέλλον». Επισημαίνει ο Π. Πέτσας: «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί. Και ακόμα εδώ βρίσκονται. Στα βουνά του Πενταδακτύλου, φαντάροι γίνονται, ξαφνικά, κομμάτια, πρόβατα με φαιοπράσινες στολές οδηγούνται στη σφαγή».

Και είναι σαν να συνομιλεί, εδώ, ο Π. Πέτσας και με τον Μιχάλη Πασιαρδή:

«Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω για τα παιδιά

που σκύψανε άξαφνα με το χέρι στο στήθος

εκεί στις πλαγιές του βουνού Πενταδάχτυλος και φωνάζαν

τη μάνα τους ώσπου ξεψύχησαν».

            Στο τελευταίο κεφάλαιο το σκηνικό μετακινείται στο 2006, με τον παλιό στρατιώτη στον τόπο του μαρτυρίου, ως επισκέπτη: «Ένα φως αποκρουστικό διέχεε την αντηλιά του θανάτου παντού, γύρω από το πολυβολείο της Αετοφωλιάς. Λαμπαδιασμένα κορμιά, λαμπαδιασμένα δέντρα. Η μνήμη είχε ονοματεπώνυμο, τη φώναζαν με τα ονόματα των συμπολεμιστών μας». Πεσόντες του 231 ΤΠ: 17, αγνοούμενοι: 3. Ο Πέτσας καταγράφει λεπτομερώς τα στοιχεία τους και δημοσιεύει φωτογραφίες τους.

Ο διάλογος με τον Λεύκιο Ζαφειρίου πρόδηλος:

«Ο Πενταδάκτυλος αναπνέει
στον δικό μου ρυθμό
έγινε ένα με τους δικούς μου παλμούς
ανακατεύτηκε μέσα μου
και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
τον Πενταδάκτυλο απ’ τον εαυτό μου
τον εαυτό μου απ’ τον Πενταδάκτυλο
το αίμα του απ’ το δικό μου.
Κι έτσι συμπορευόμαστε συνυπάρχουμε:
ο Πενταδάκτυλος το βουνό
κι εγώ ο άνθρωπος».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button