Greek Reports (Ελληνικά)

Κοσμοπολιτισμός

Όλα αρχίζουν από τη γεωγραφία και περνούν μέσα από την ιστορία, ως άρρηκτα συνδεδεμένες παραμέτρους των εκδηλώσεων του ανθρώπου που μορφώνουν το παρόν και αντανακλούν στο μέλλον.

Η ιστορία γράφεται έτσι στο χώρο και στο χρόνο, τες θεμελιακές διαστάσεις της ζωής, και συναρτάται προς όλες τες πτυχές της.

Ο πολιτισμός ανθίζει εκεί όπου οι διαφορές δεν υψώνουν τείχη αλλά ανοίγουν ορίζοντες.

Ο χώρος κάθε λαού, ως η ιδιαίτερη πατρίδα του, δεν είναι βεβαίως παρά ένα μέρος του μεγάλου χώρου που ειναι η γη, η μία και κοινή πατρίδα όλων των ανθρώπων.

Επειδή όμως τα ανθρώπινα δεδομένα είναι ιδιόμορφα και περιορισμένα, η ιστορία έχει εξελιχθή ως η ιστορία διαφορετικών τόπων και λαών, τόσο διαφορετικών όσο είναι και οι γενετικές, φυλετικές, γλωσσικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές και άλλες διαφορές των ανθρώπων, με όλα τα επακόλουθα των φόβων και των προκαταλήψεων, των αντιθέσεων και των εντάσεων, των εγωισμών και των ανταγωνισμών, των ερίδων και των πολέμων, που χαρακτηρίζουν την ανθρωπότητα ανά τους αιώνες. Μέσα όμως από τη διαφορετικότητα και την αντιπαλότητα των έτσι διαμορφούμενων τόπων και λαών, διακρίνεται και η ιδέα του κοσμοπολιτισμού, ως του ενιαίου και συγκεραστικού φορέα της αρμονικής συμβίωσης των λαών και των πολιτισμών τους. Ο κοσμοπολιτισμός δεν επιδιώκει να αγνοήση ή να εξαλείψη τες διαφορές μεταξύ των λαών και να πλάση ένα τεχνητά εξομοιωμένο κόσμο – αντίθετα, αναγνωρίζει τες διαφορές αυτές και τες σέβεται, επιδιώκοντας μάλλον την ειρηνική και παράλληλη συνύπαρξή τους προς το κοινό όφελος της αλληλογνώσης και αλληλοφέλους. Διαπνέεται έτσι από τον πιο φιλάνθρωπο φιλελευθερισμό και κτίζει πάνω στην αξία της διαφορετικότητας. Φέρνοντας κοντά τους ανθρώπους, αναιρεί την καχυποψία και την έλλειψη εμπιστοσύνης και αποκαλύπτει τες ανεξάντλητες δυνατότητες της κοινής ιδιότητας του πολίτη του κόσμου – του κοσμοπολίτη. ‘Δεν είμαι’, διαλαλεί ο Ρουμί, ‘’Χριστιανός, Εβραίος, Μουσουλμάνος, Βουδιστής, Ινδουιστής, ή Σούφι – ανήκω στους ανθρώπους’. Και είναι ακριβώς αυτή η πανανθρώπινη ιδότητα, ανεξαρτήτως καταγωγής, που συνιστά και την πεμπτουσία του Χριστιανικού λόγου, αφού για τον Χριστό δεν υπάρχουν έθνη παρά μόνο άνθρωποι.

Ο κοσμοπολιτισμός εξυπακούει την εξωστρέφεια και την επικοινωνία, σε αντίθεση με την εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό. Οι Έλληνες ήσαν κατ’ εξοχή κοσμοπολίτες. Ως λαός πρωτίστως θαλασσινός, εφ’ όσον ολόκληρη ουσιαστικά η Ελλάδα περιβάλλεται από θάλασσα και έχει περισσότερα νησιά από οποιαδήποτε άλλη μεσογειακή χώρα, ενώ τότε και η διακίνηση στη θάλασσα ήταν ευχερέστερη και ασφαλέστερη από εκείνη στη δύσβατη ηπειρωτική χώρα, εκινήθησαν περισσότερο στη θάλασσα παρά στη ξηρά, αφού μάλιστα, ως εκ της στενότητας του Ελληνικού χώρου και των περιορισμένων παραγωγικών δυνατοτήτων του, είχαν ανάγκη επέκτασης και αναζήτησης πόρων ζωής σε άλλες χώρες. Τούτο επετεύχθη, αφ’ ενός με την ίδρυση αποικιών στον ευρύτερο όπως διαμορφώθηκε Ελληνικό χώρο μέσω του εκτεταμένου εποικισμού των δυτικών και των νοτίων παραλίων της Μικράς Ασίας, της Προποντίδας και του Ευξείνου Πόντου, της Κύπρου, της Σικελίας και της Νότιας Ιταλίας, αλλά ακόμα και μέχρι την Κυρηναική, την Κορσική και τη Νότια Γαλλία – η Μασσαλία και η Νίκαια είναι πανάρχαιες Ελληνικές αποικίες, ενώ και στην Αίγυπτο υπήρχε εμπορική αποικία, η Ναυκρατίς, με προνόμια από τον ίδιο τον Φαραώ. Και αφ’ ετέρου, με την εμπορική τους δραστηριότητα σε όλη τη Μεσόγειο, που συνδέετο ευθέως και με τες αποικίες, χάρι στο επιχειρηματικό δαιμόνιο που χαρακτηρίζει τους Έλληνες από τα βάθη των αιώνων. Ένας τεράστιος Ελληνικός κόσμος αποικιών και εμπορικής διακίνησης δημιουργήθηκε έτσι σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, που έφερε τους Έλληνες σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα οικονομικά οφέλη όμως δεν ήσαν ο μόνος λόγος της Ελληνικής εξάπλωσης. Η απορία για το επέκεινα και η έφεση της αναζήτησης είναι η πηγή κάθε γνώσης και δημιουργίας. Μέσα στη φύση των Ελλήνων ήταν πάντοτε η εξερεύνηση του νέου και του αγνώστου, υπερβαίνοντας το δεδομένο. Αντιλαμβανόμενοι ότι δεν ήσαν οι μόνοι στον κόσμο και ότι πέρα από το δικό τους χώρο βρίσκονταν πολλοί τόποι, λαοί και πολιτισμοί, θέλησαν να τους γνωρίσουν. Ήρθαν έτσι από νωρίς σε επαφή όχι μόνο με τους λαούς που ήσαν γειτονικοί με τες αποικίες τους αλλά και με τους λαούς της Αιγύπτου και της Εγγύς Ανατολής οι οποίοι είχαν πανάρχαιους πολιτισμούς. Αυτή η επαφή και επικοινωνία, παράλληλα με την εμπορική, έφερε μία καθοριστική διαμόρφωση των διαστάσεων του Ελληνικού κοσμοπολιτισμού. Η εξωστρέφεια των Ελλήνων δηλώνει την ευρύτητα του πνεύματος και του ενδιαφέροντος που χαρακτηρίζει τον ανθρωποκεντρικό φιλελευθερισμό και την απεριόριστη επιθυμία για το ανεξάντλητο της γνώσης και της επέκτασης. Μάλιστα οι Έλληνες σοφοί και φιλόσοφοι θεωρούσαν ότι η γνώση και η σοφία τους δεν θα ήταν πλήρης αν δεν ωφελούντο από τη μαθητεία τους με τους σοφούς και τους μύστες της Αιγύπτου και της Εγγύς Ανατολής, ως να αποκρίνοντο στο κάλεσμα του Αλεξανδρινού, του ιδανικού εκείνου κοσμοπολίτη στο ποίημά του ‘Ιθάκη’ –

‘Σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθης και να μάθης απ’ τους σπουδασμένους’.

Έτσι, ο Λυκούργος ταξίδεψε στην Αίγυπτο, στοιχεία από το  πολίτευμα της οποίας και μετέφερε στο Σπαρτιατικό. Ο Θαλής και ο Κλεόβουλος κατείχαν την Αιγυπτιακή σοφία. Ο Σόλων έμαθε πολλά από τους Αιγυπτίους ιερείς, περιλαμβανομένης της μοναδικής γνώσης για την Ατλαντίδα και την Αμερική που μέσω του μετέφερε ο Πλάτων στον Τίμαιο και στον Κριτία. Ο Πυθαγόρας μαθήτευσε για δεκαετίες στους Αιγυπτίους ιερείς και στους Χαλδαίους σοφούς πριν μορφώση και παρουσιάσει τη δική του διδασκαλία. Ο Ξενοφάνης ταξίδευσε σε όλο τον Ελληνικό κόσμο της Μεσογείου και μας έδωσε τόσα πολλά μέσα από τες εμπειρίες του. Ο Ηρόδοτος ταξίδεψε σε όλο τον αρχαίο κόσμο που περιγράφει στες Ιστορίες του, παρουσιάζοντας με αντικειμενικότητα και συχνά με θαυμασμό τους πολιτισμούς των λαών του. Πέραν λοιπόν από την πόλη τη διδάσκαλο, και κατ’ επέκταση την Ελλάδα, οι Έλληνες κατέστησαν όλο το γνωστό τους κόσμο γη διδάσκαλο.

Οι Περσικοί πόλεμοι αποτέλεσαν τη μέγιστη απειλή για τον κοσμοπολιτισμό, ως η σύγκρουση δύο πολιτισμών με εντελώς αντίθετες αξίες – το φιλελεύθερο ελληνικό φρόνημα και το ανελεύθερο ασιατικό. Με την αίσια λήξη των περσικών πολέμων, οι Έλληνες έσωσαν όχι μόνο τον γεωγραφικό κόσμο τους αλλά προ πάντων την ελληνική ιδέα του κοσμοπολιτισμού, τόσο ξένη προς τη νοοτροπία του Ασιατικού απολυταρχισμού. Δεν εκπλήττει που ο ένας και μισός αιώνας που ακολούθησε τα Περσικά γνώρισε την εδραίωση της Ελληνικής παρουσίας σε όλη τη Μεσόγειο μέσα από την ύψιστη απόδοση των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών στην κλασσική τους μορφή. Ο ελληνικός κοσμοπολιτισμός απέκτησε έκτοτε μία νέα διάσταση, εκείνη της ελληνικότητας ως πανανθρώπινης ιδέας. Το ελληνικό κατέστη το ιδεώδες και η ελληνική παιδεία η κατ’ εξοχήν παιδεία, ώστε ελληνικός να θεωρείται ο εραστής και μέτοχος αυτής και όχι ο ελληνικής καταγωγής. Η ελληνικότητα λοιπόν, αν και βεβαίως μορφώθηκε στην Ελλάδα και έτσι συνδέεται άρρηκτα με αυτήν, δεν έχει εθνική κατεύθυνση αλλά συνιστά ευρύτερη παγκόσμια διάσταση ως το σύνολο του πολιτισμικού ιδεώδους  το οποίο και διέπει τες ανώτατες αναζητήσεις και εκδηλώσεις των ανθρώπων ανά τον κόσμο και ανά τους αιώνες. Στο ποίημά του ‘Επιτύμβιον Αντιόχου, Βασιλέως Κομμαγηνής’, ο Καβάφης και πάλι, ακριβολογώντας, χρησιμοποιεί τη λέξη ‘ελληνικός’ και όχι ‘έλλην’ για να αποδώση την ιδέα αυτή, ανάγοντάς την στα προ των θεικών –

‘Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός –

ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν.

Εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν’.

Χαρακτηριστική της ελληνικής κοσμοπολίτικης αντίληψης είναι η περίπτωση του Ανάχαρση ο οποίος, αν και Σκύθης – και η Σκυθία εθεωρείτο ως κατ’ εξοχήν βαρβαρική – περιλαμβάνετο στους σοφούς της αρχαιότητας, έχοντας προσχωρήσει στην ελληνική παιδεία. Όταν ο Ανάχαρσης ήρθε στην Αθήνα και έγινε φίλος του Σόλωνα όταν εκείνος ετοίμαζε τους νόμους του, ένας Αθηναίος τον περιγελούσε για τη Σκυθική καταγωγή του. Η απάντηση του Ανάχαρση αναδεικνύει την ουσία της ιδέας του κοσμοπολιτισμού – ‘Η πατρίδα μου’, είπε, μπορεί να είναι ντροπή για μένα, αλλά εσύ είσαι ντροπή για την πατρίδα σου’.

Αυτό όμως που έφερε στα ύψη τον Ελληνικό κοσμοπολιτισμό ήταν το Αλεξανδρινό θαύμα. Σε όλη την ιστορία, ανάμεσα σε αυτούς που ενέπνευσαν τους ανθρώπους και που άλλαξαν τον κόσμο, ο Αλέξανδρος προέχει ως ο ιδανικός. Ο Αλέξανδρος δεν διαπνέετο μόνο από τη φιλοδοξία του να καταλύση την τεράστια και πανίσχυρη Περσική αυτοκρατορία που είχε επιχειρήσει να κατακτήση τον Ελληνικό κόσμο και τολμήσει να βεβηλώση την Αθήνα, ούτε μόνο από τη φιλοδοξία του να κατακτήση τον κόσμο για την οποία ο δάσκαλός του Αριστοτέλης δεν μπορεί να ήταν χωρίς ευθύνη. Διαπνέετο προ πάντων από μία ακατάλυτη επιθυμία να ανοίξη και να γνωρίση τον απέραντο κόσμο που βρισκόταν πιο πέρα από τα γνωστά, να εξερευνήση κάθε τόπο ανεξάρτητα από σύνορα, μεταφέροντας εκεί την ελληνικότητα και παίρνοντας από εκεί ότι καλό είχαν να προσφέρουν οι νέοι τόποι. Δεν κατάργησε τους πολιτισμούς που βρήκε αλλά τους εμβολίασε με τον Ελληνικό πολιτισμό, τον οποίο με τη σειρά του εμβολίασε με αυτούς. Σεβόμενος τη διαφορετικότητα, πίστεψε στη μετάδοση της παγκοσμιότητας των αξιών που θα προέκυπτε από τη συμβίωση και την αλληλεπίδραση των πολιτισμών. Το μοναδικό του επίτευγμα έδωσε στον κοσμοπολιτισμό της επικράτειάς του νέες διαστάσεις και άνοιξε νέους ορίζοντες στα κίνητρα και στη σκέψη των ανθρώπων. Ενώνοντας για πρώτη φορά την Ελλάδα σε μία υπόσταση και δίδοντας στην ελληνικότητα μία καθολική ταυτότητα που παρέπεμπε στο σύνολο του ελληνικού πολιτισμού, διέδωσε την ελληνική σκέψη, παιδεία, τρόπο ζωής, τέχνες και επιστήμες σε ολόκληρη την Αλεξανδρινή επικράτεια, και σημαντικότατα στην Αίγυπτο και στη Συρία αλλά και στη Μικρά Ασία, μέσω των αλεξανδρινών πόλεων. Η επιτομή ήταν βεβαίως η ίδια η Αλεξάνδρεια, η νέα πολιτιστική πρωτεύουσα του νέου ελληνιστικού πλέον κόσμου στην καρδιά της κοιτίδας της πανάρχαιας σοφίας, της Αιγύπτου, που, όπως και οι άλλες πόλεις του νέου κόσμου, έφερε μαζί τες φυλές των εθνών σε μία θαυμαστή κοσμοπολίτικη συμβίωση. Ένας νέος κόσμος έτσι αναμορφώθηκε συνδυάζοντας τες παλιές δομές, που έμελλε να επηρεάση οριστικά τες αντιλήψεις των ανθρώπων στο μέλλον. Οι ελληνιστικοί χρόνοι θα παραμείνουν εσαεί το σύμβολο του κοσμοπολιτισμού και ο Αλέξανδρος, ο τελευταίος παγκόσμιος Έλληνας, ο ιδανικός απόστολός του.

Η Ρωμαική αυτοκρατορία που ακολούθησε συνέβαλε, ιδιαίτερα με την επέκταση των συνόρων και την ανάμιξη των λαών της επικράτειάς της, στον κοσμοπολιτισμό, αλλά ποτέ τόσο όσο στο πνεύμα της Αλεξανδρινής εποχής. Η ελληνική πολιτιστική παράδοση επηρέασε όμως τα μέγιστα τη Ρώμη σε όλους τους τομείς, ώστε να μην καθίσταται υπερβολή αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή η Ρώμη κατέκτησε μεν την Ελλάδα αλλά η Ελλάδα υπέταξε τη Ρώμη. Αρκεί να αναφερθούμε στα λόγια του Αδριανού, ο οποίος τόσο πολύ τίμησε την Αθήνα και τον οποίο τόσο πολύ τίμησε η Αθήνα, ότι ‘Ρωμαικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου, αλλά ελληνικά έζησα τη ζωή μου’, αλλά και σε εκείνα του Μάρκου Αυρηλίου ότι ‘Ως αυτοκράτορας, η Ρώμη είναι η πατρίδα μου, αλλά ως άνθρωπος είμαι πολίτης του κόσμου’. Δεν εκπλήττει, λοιπόν, που η Ρωμαική Αυτοκρατορία άφησε πολλά πολιτισμικά οφέλη στες κατακτημένες χώρες στες οποίες, εκπολιτίζοντάς τες, μετέδωσε την Ελληνο- Ρωμαική παράδοση, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διοικητική οργάνωση και τους νόμους, τέτοια που σφράγισαν την ταυτότητά τους στους αιώνες που ακολούθησαν. Η Ελληνο-Ρωμαική πολιτισμική παράδοση εκπολίτισε έτσι την Ευρώπη και διαμόρφωσε, με την τελική διάλυση της αυτοκρατορίας, τον εθνικό και πολιτικό χάρτη της, με όλα τα στοιχεία που συνέθεσαν τον Ευρωπαικό πολιτισμό.

Σε τούτο συνέβαλε τα μέγιστα η διάδοση του Χριστιανισμού ως ενοποιητικού στοιχείου με ευρύτατες διαστάσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, και προ πάντων η επικράτησή του ως της επίσημης θρησκείας ολόκληρης της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας. Ο Χριστιανισμός, στην ιδεολογία του ως πανανθρώπινη θρησκεία, έχει ιδιαίτερη σημασία στην αντίληψη του κοσμοπολιτισμικού ιδεώδους, θέτοντας όλους τους λαούς και όλους τους ανθρώπους όχι μόνο σε σχέση ισότητας αλλά και σε σχέση αγάπης, σχέσεις που καταργούν σύνορα και διαφορές και οικοδομούν την ειρηνική συνύπαρξη και την αλληλοκατανόηση.

Η χιλιετία όμως του μεσαιωνικού σκοταδισμού που ακολούθησε, εν πολλοίς οφειλόμενη στην καθολική στασιμότητα της ζωής και στον θρησκευτικό δογματισμό και φανατισμό και επιβαρυμένη με τον μουσουλμανικό και αραβικό επεκτατισμό, όχι μόνο καθήλωσε αλλά και οπισθοδρόμησε την πολιτισμική και επομένως και την κοσμοπολιτισμική παράδοση, απαγορεύοντας την ελεύθερη σκέψη, διακίνηση και επαφή που συνιστούν τες προυποθέσεις του κοσμοπολιτισμού. Σε τούτο συνέβαλε και η διαίρεση του Χριστιανισμού, αρχικά μεταξύ της Ανατολικής Ορθόδοξης και της Δυτικής Καθολικής Εκκλησίας και έπειτα και της Προτεσταντικής, θέτοντας ισχυρά φράγματα στην καλή θέληση και επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων που κατέστησαν έτι ισχυρότερα ένεκα των παραλλήλων εθνικιστικών διαφορών. Όχι λιγότερης σημασίας ήταν και η παρανοημένη προκατάληψη και αντίθεση του επίσημου Χριστιανισμού της Εκκλησίας προς τον Ελληνισμό, αρκεί δε να θυμηθούμε μόνο το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών και τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας για να γίνη αντιληπτό το μέγεθος της παρανόησης και το πόσο ανασταλτικός υπήρξε ο ρόλος της επίσημης Εκκλησίας στην υπόθεση του κοσμοπολιτισμού, διαχρονικός εχθρός του οποίου και είναι ο θρησκευτικός φανατισμός.

Η Αναγέννηση, ως η αναγέννηση του ελληνικού πνεύματος, επανέφερε τον φιλελευθερισμό και τον ανθρωπισμό του που είναι η πηγή κάθε ευγενικής δημιουργίας, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα της ελληνικότητας ως της σταθερής συνισταμένης του παγκοσμίου πολιτισμού. Είναι γι’ αυτό το λόγο που η Αναγέννηση αρμόζει να θεωρείται ως το σημαντικότερο γεγονός της μετά Χριστόν εποχής, και μάλιστα ως προς τη σύζευξη του αρχαίου πνεύματος με το Χριστιανικό ως παραλλήλων και όχι αποκλειστικών εκάστης άλλης πορειών αναζήτησης της αλήθειας. Με την Αναγέννηση, η όλη παρακαταθήκη του ελληνισμού στα γράμματα, στες τέχνες, στες επιστήμες, αναβίωσε, δίδοντας νέα ώθηση στην παγκοσμιότητα των αξιών του, αφού γράμματα, τέχνες και επιστήμες δεν έχουν τεχνητά σύνορα και αποκλειστικές πατρίδες. Ο πολιτισμός, όπως και η οικονομία, ενώνει τους ανθρώπους και τους καθιστά κοσμοπολίτες.

Οι πιο σύγχρονες αυτοκρατορίες, Βρεττανική, Γαλλική, Ισπανική, Πορτογαλλική, αν και πρωτίστως κατακτητικές και με οικονομικές ωφελιμιστικές επιδιώξεις, είχαν τη δική τους συνεισφορά στον κοσμοπολιτισμό. Και μόνο οι ανακαλύψεις αγνώστων μέχρι τότε χωρών, ιδιαιτέρως της Αμερικής και της Αυστραλίας, αλλά και οι επεκτάσεις στην μέχρι τότε ουσιαστικά άγνωστη και απομονωμένη Άπω Ανατολή και στην Αφρική, διάνοιξαν νέες και τεράστιες δυνατότητες όχι μόνο για το εμπόριο αλλά και για την πολιτισμική εξέλιξη. Οι νέες χώρες, κυρίως η Αμερική, στες οποίες και μετεφέρθη ο Ευρωπαικός πολιτισμός, κατέστησαν αμαλγάματα λαών και πολιτισμών ως εκ των εκτεταμένων και ποικίλων εποικισμών τους. Οι ΗΠΑ μάλιστα, αλλά και η Αυστραλία κατά δεύτερο λόγο, είναι η κατ’ εξοχήν περίπτωση χώρας όπου άνθρωποι από όλη ουσιαστικά τη γη έχουν μορφώσει μία νέα πατρίδα και ένα νέο έθνος, αφού όχι μόνο υπάρχουν πάμπολλες εθνικές κοινότητες αλλά και αυτές έχουν ενωθή μεταξύ τους με μικτούς γάμους και σχέσεις, επιφέροντας μία πολιτισμική κοσμογονία. Οι πολιτισμοί και συνυπάρχουν αλλά και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού που είναι το κράμα της ανάμιξης και της αλληλεπίδρασης. Ανάλογη εξέλιξη είχαν και οι χώρες της κεντρικής και της νότιας Αμερικής. Το ίδιο ισχύει για τη γενετική και ευρύτερη δημογραφική ταυτότητα των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, αφού οι αναμίξεις των λαών γίνονται όλο και συχνότερες, φέρνοντας θεμελιακές αλλαγές στες αντιλήψεις για τη γενετική ιδιομορφία. Αντιθέτως, χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Ιαπωνία, αν και μεγάλες και με δικούς τους παλαιούς πολιτισμούς, παρέμειναν ουσιαστικά απομονωμένες μέσα στους αιώνες και, εφ’ όσον δεν εξωτερικεύθησαν, δεν μετέδωσαν αλλά ούτε και αλλοίωσαν τον πολιτισμό τους, παραμένοντας έτσι ιδιόμορφες μεν αλλά καθηλωμένες.

Αρνητική επίδραση στον κοσμοπολιτισμό είχε διαχρονικά ο πόλεμος, ως η έκφραση της επιβολής του ενός κράτους επί του άλλου, με τεράστιες συνέπειες όσον αφορά απώλειες και πόνο αλλά και καταστροφικές συνέπειες για την πολιτισμική επαφή λαών και ανθρώπων. Ούτε η Κοινωνία των Εθνών ούτε τα Ηνωμένα Έθνη, ως παγκόσμιοι οργανισμοί αποσκοπούντες στη διατήρηση της ειρήνης και στη συνύπαρξη και αλληλοκατανόηση των λαών, υπήρξαν ουσιαστικά αποτελεσματικοί στην αποστολή τους. Στην Ευρώπη, όμως, η Ευρωπαική Ένωση συνιστά μία κατ’ εξοχήν δυνατότητα. Προσδοκώντας στη δημιουργία μίας Ευρωπαικής επικράτειας βασιζόμενης στην ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών, επιδιώκει και ενθαρρύνει την ανάμιξη και αλληλεπίδρασή τους μέσα σε μία μεγάλη πολυεθνική κοινωνία με κοινό παρονομαστή του κοσμοπολιτισμού της την ενιαία Ευρωπαική παράδοση. Ιδιαιτέρως αφού σε όλες τες χώρες της Ευρωπαικής Ένωσης, ως εκ της μεγάλης διακίνησης και μικτών γάμων που έχουν επιφέρει οι σύγχρονες συνθήκες, οι κοινωνίες δεν είναι πλέον αμιγώς εθνικές αλλά και οι ίδιες πολυεθνικές. Οι δε κοσμογονικές αλλαγές που έχουν επέλθει με την ανάπτυξη της τεχνολογίας ιδιαίτερα στες επικοινωνίες και στες συγκοινωνίες και με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έχουν φέρει τους ανθρώπους πολύ πιο κοντά, ώστε οι επιδιώξεις του κοσμοπολιτισμού να γίνονται και πολύ πιο αναγκαίες αλλά και πολύ πιο δυνατές. Δυστυχώς, τόσο οι αναβιωμένες εθνοφυλετικές ακρότητες όσο και η νεοφανής μορφή της τρομοκρατίας συνιστούν καταστάσεις που αντιμάχονται τες θεμελιακές προυποθέσεις της καλής θέλησης και της ανοχής και πλήττουν την υπόθεση του κοσμοπολιτισμού.

Η δική μας μικρή πατρίδα, η Κύπρος, κυριολεκτικά στα σταυροδρόμια ηπείρων και λαών, αν και πρωτίστως μέρος της ελληνικής παράδοσης μετά από τα Τρωικά, υπήρξε ανέκαθεν μία πολυπολιτισμική κοινωνία και υπέστη από κάθε άποψη την πολύπλευρη επίδραση πολλών κατακτήσεων, εποικισμών και πολιτισμών – Ελλήνων, Αιγυπτίων, Ασσυρίων, Φοινίκων, Εβραίων, Περσών, Ρωμαίων, Βυζαντινών, Φράγκων, Ιταλών, Τούρκων, Άγγλων. Οι οριστικά διαμορφωθείσες μεγάλες κοινότητες των Ελλήνων και των Τούρκων, όσο και οι μικρές κοινότητες των Λατίνων, των Μαρωνιτών και των Αρμενίων, όπως και οι προσφάτως προστεθείσες άλλες μικρές κοινότητες από την Ευρώπη και την Ασία, αλλά και οι μικτοί γάμοι και οι πολυπληθείς τουριστικοί επισκέπτες, καταστούν την Κύπρο πολυπολιτισμικό χώρο, ο οποίος λειτούργησε έτσι ιδιαίτερα κάτω από την ενοποιητική Αγγλική διακυβέρνηση. Η ογδονταετής Αγγλική παρουσία, μάλιστα, συνέβαλε τα μέγιστα στον διοικητικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό μας κατά τα Ευρωπαικά πρότυπα και καθιέρωσε μία ιδιαίτερη πολιτισμική σχέση μας με την Αγγλία και κατ’ επέκταση με τον κόσμο. Με αυτά τα δεδομένα, συνιστά ηχηρή κακοφωνία στην πολυπολιτισμική μορφή της Κύπρου η χρόνια διάσταση μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, καθιστώντας επιτακτική την προσήλωση στες αξίες του κοσμοπολιτισμού. Σήμερα όσο ποτέ έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη των αρετών του – της καλής θέλησης, του αλληλοσεβασμού, της εμπιστοσύνης, της αλληλοκατανόησης, της ανοχής, της συνεργασίας.

Ούτε στον τόπο αυτό ούτε στη γη ολόκληρη δεν είμαστε ποτέ μόνοι ως έθνη, όπως δεν είμαστε ποτέ μόνοι ως άνθρωποι. Όσοι αρνήθησαν να το κατανοήσουν έχουν μείνει ιστορικά έκθετοι και πολιτισμικά στείροι. Σε αυτή την κρίσιμη για την ανθρωπότητα αλλά και για τη χώρα μας εποχή, μόνο η πανάρχαια ελληνική παράδοση του φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού μπορεί να φωτίζη ελπιδοφόρα το μέλλον και να φέρη τη νέα εκείνη Αναγέννηση που χρειαζόμαστε. Αν οι Έλληνες κατανοούσαν τη διαφορά του ‘ελληνικός’ από το ‘έλληνας’, θα κατανοούσαν και την ταυτοσημία του ‘ελληνικός’ με το ‘κοσμοπολίτης’ – αντ’ αυτού, κλείστηκαν στη γεωγραφία τους και εθνικοποίησαν την ιστορία τους.

Η ελληνικότητα, αποβάλλοντας την εθνικιστική της μορφή που την έχει καθηλώσει, θα αποκατασταθή μέσα από τη διαχρονικότητα και την παγκοσμιότητα των αξιών της που δεν γνωρίζουν σύνορα και διαφορές των λαών και που συνιστούν την αυθεντικότητα της ισχύος της, ισχύος απείρως μεγαλύτερης, καλύτερης,  και μονιμότερης εκείνης των όπλων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button