Η μάχη για το μέλλον δεν κρίνεται μόνο στις αγορές
Η γνώση ανοίγει δρόμους. Η καινοτομία καθορίζει ποιος θα τους διαβεί πρώτος.
Τεχνητή νοημοσύνη, έρευνα και το κόστος της αδράνειας.
Τα κράτη που επενδύουν στη γνώση χτίζουν το αύριο.

Τα κράτη που αδιαφορούν για τη γνώση αναγκάζονται αργότερα να αγοράζουν το μέλλον από άλλους.
Συχνά ακούμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει τον κόσμο. Πολύ λιγότερο συζητούμε ποιοι θα είναι εκείνοι που θα τη δημιουργούν, ποιοι θα την ελέγχουν και ποιοι απλώς θα την καταναλώνουν.
Η πραγματική διαχωριστική γραμμή των επόμενων δεκαετιών δεν θα βρίσκεται μόνο ανάμεσα σε πλούσιες και φτωχές χώρες, ούτε αποκλειστικά ανάμεσα σε μεγάλες και μικρές οικονομίες. Θα βρίσκεται ανάμεσα στις κοινωνίες που επενδύουν συστηματικά στη γνώση και σε εκείνες που εξακολουθούν να θεωρούν την έρευνα πολυτέλεια.
Την ώρα που αρκετά κράτη της Ευρώπης, της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής δημιουργούν οικοσυστήματα καινοτομίας, χρηματοδοτούν ερευνητικά κέντρα και ανταγωνίζονται για την προσέλκυση κορυφαίων επιστημόνων, άλλες χώρες εξακολουθούν να εγκλωβίζονται σε αργές διαδικασίες, διοικητικά εμπόδια και αποσπασματικές πολιτικές. Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Τα ταλέντα μετακινούνται εκεί όπου μπορούν να δημιουργήσουν.
Η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν γεννιέται τυχαία. Πίσω από κάθε σημαντική ανακάλυψη βρίσκονται μακροχρόνιες επενδύσεις, σταθερή χρηματοδότηση, θεσμική εμπιστοσύνη και ένα περιβάλλον που επιτρέπει στους ερευνητές να επικεντρώνονται στο έργο τους αντί να εξαντλούνται σε γραφειοκρατικές διαδικασίες. Οι χώρες που πρωταγωνιστούν στην τεχνητή νοημοσύνη σήμερα δεν έφτασαν εκεί μέσα σε μία νύχτα. Δημιούργησαν δομές, προσέλκυσαν ανθρώπους και καλλιέργησαν κουλτούρα επιστημονικής αριστείας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τα ερευνητικά ινστιτούτα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για τη χρηματοδότηση ορισμένων πανεπιστημιακών ή επιστημονικών προγραμμάτων. Πρόκειται για το κατά πόσο μια χώρα επιθυμεί να έχει ενεργό ρόλο στην παραγωγή της γνώσης ή αν αρκείται να παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση.
Η διαρροή επιστημονικού δυναμικού προς το εξωτερικό δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Νέο είναι το γεγονός ότι η παγκόσμια ζήτηση για εξειδικευμένους ερευνητές αυξάνεται με πρωτοφανή ταχύτητα. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, ένας ταλαντούχος επιστήμονας δεν αναζητεί απλώς έναν μισθό. Αναζητεί υποδομές, ελευθερία έρευνας, πρόσβαση σε διεθνή δίκτυα και ένα περιβάλλον που του επιτρέπει να μετατρέπει τις ιδέες σε πράξη.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά στρατηγικό. Όπως οι προηγούμενες γενιές επένδυσαν σε λιμάνια, δρόμους, ηλεκτρισμό και τηλεπικοινωνίες, έτσι η δική μας γενιά καλείται να επενδύσει σε εργαστήρια, δεδομένα, υπολογιστική ισχύ και ανθρώπινο κεφάλαιο. Αυτές είναι οι υποδομές του 21ου αιώνα.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί απλώς έναν νέο τεχνολογικό κλάδο. Επηρεάζει την υγεία, την εκπαίδευση, την άμυνα, την παραγωγή, τη δημόσια διοίκηση και σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομικής δραστηριότητας. Όποια χώρα αδυνατεί να αναπτύξει εγχώρια τεχνογνωσία κινδυνεύει να εξαρτάται ολοένα περισσότερο από αποφάσεις που λαμβάνονται αλλού.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την έρευνα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υπόθεση μιας μικρής ακαδημαϊκής κοινότητας. Είναι υπόθεση εθνικής προοπτικής. Είναι μια επιλογή ανάμεσα στη συμμετοχή και την παρακολούθηση, ανάμεσα στη δημιουργία και την εξάρτηση.
Η ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες που επενδύουν έγκαιρα στη γνώση αποκτούν πλεονεκτήματα που διαρκούν για γενιές. Οι υπόλοιπες αναγκάζονται αργότερα να καλύπτουν το χαμένο έδαφος με πολύ μεγαλύτερο κόστος.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μπορούμε να επενδύσουμε περισσότερο στην έρευνα και την καινοτομία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να αντέξουμε το κόστος του να μην το κάνουμε.
- Ο Δημήτρης Αγγέλου ασχολείται κυρίως με τη γεωπολιτική της τεχνολογίας, την πράσινη μετάβαση και τη στρατηγική ισχύ σε έναν κόσμο συστημικού ανταγωνισμού.