Greek Reports (Ελληνικά)

Με το βλέμμα στο μέλλον για τη διασφάλιση προοδευτικής διακυβέρνησης

Εθνικά επιζήμιες οι πρόσφατες διαλυτικές εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

Η ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου είναι πιο αναγκαία από ποτέ

Oι πρόσφατες διαλυτικές εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μετά τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών της 25ης Ιουνίου και την ανάδειξη του Στέφανου Κασσελάκη στην προεδρία του κόμματος είναι εθνικά επιζήμιες.

Σε μια εποχή γεωπολιτικών ανακατατάξεων, αλλεπάλληλων κρίσεων, εκτεταμένης δυσπραγίας και φτώχειας και υπονόμευσης των δημοκρατικών θεσμών, η χώρα χρειάζεται μια αξιόπιστη και δυναμική αντιπολίτευση που θα προασπίσει σθεναρά την εθνική κυριαρχία και τα εθνικά συμφέροντα, θα αγωνιστεί για διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης για όλους, για προάσπιση της ανθρώπινης ασφάλειας και δημιουργία θέσεων εργασίας, για βιώσιμη παραγωγική ανασυγκρότηση με προστασία του περιβάλλοντος, για ισότιμη πρόσβαση σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες Εκπαίδευσης, Υγείας και Πρόνοιας και για διασφάλιση προοδευτικής και αξιόπιστης χρηστής δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Το σημερινό έλλειμμα εκπροσώπησης δεν μοιάζει να μπορεί να καλυφθεί, προς το παρόν τουλάχιστον, από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ., καθώς το κόμμα αυτό έχει χρεωθεί την ανεπιτυχή διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και θεσμικές και λειτουργικές ανεπάρκειες στη διαχρονική πορεία του. Η ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου είναι επομένως πιο αναγκαία από ποτέ. Αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με συγκόλληση εκ των άνω κομματικών σχηματισμών και κομματιδίων. Επιβάλλονται, αντίθετα, η κινητοποίηση και η συστράτευση κοινωνικών ομάδων και πολιτών γύρω από την επίτευξη συγκεκριμένων, κοινά αποδεκτών στόχων. Ένα τέτοιο φιλόδοξο εγχείρημα, για να πετύχει, απαιτεί σωστή διάγνωση των αιτίων της πολιτικής και κομματικής κρίσης, αξιολόγηση εξωτερικών συνθηκών και κινδύνων, προσδιορισμό μετρήσιμων στόχων, ανάπτυξη δικτύων συνεργασίας με επαγγελματικούς και κοινωνικούς φορείς και συντονισμένη συλλογική δράση και οργάνωση. Απαιτεί πάνω απ’ όλα ανάληψη πρωτοβουλιών σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο από άτομα εγνωσμένου κύρους και προσφοράς στα κοινά που θα μπορέσουν να πείσουν τον κόσμο ότι αξίζει τον κόπο να συμμετέχει και να αγωνιστεί ξανά.

Τα αίτια των εξελίξεων στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αν και καταιγιστικές, δεν ήταν απρόσμενες. Μεταξύ άλλων, αποτελούν έκφανση των ακόλουθων διεργασιών που έχουν επηρεάσει πολιτικές συμπεριφορές και επιλογές:

α) Τη βαθιά αίσθηση πολιτικής αποξένωσης μεγάλου τμήματος του πληθυσμού τόσο απέναντι στο πολιτικό σύστημα όσο και απέναντι στους υπάρχοντες κομματικούς σχηματισμούς. Μεγάλα στρώματα της κοινωνίας θεωρούν ότι το πολιτικό σύστημα δεν ακούει τα αιτήματά τους, ενδιαφέρεται αποκλειστικά για ίδιον όφελος, αδυνατεί να αντιμετωπίσει απανωτές κρίσεις -χρηματοπιστωτική, προσφυγική, πανδημία, κλιματική, ενεργειακή, επισιτιστική- και οξυμένα προβλήματα επιβίωσης και ποδηγετείται από εξωθεσμικούς παράγοντες και ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα, καθιστώντας τη συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα ανώφελη. Η ματαίωση προσδοκιών και η εκτεταμένη ανασφάλεια και οργή που αυτή έχει παράξει εκφράστηκε με πολύ υψηλά ποσοστά αποχής στις εκλογές, την εκλογή αντισυστημικών, ακροδεξιών κομμάτων στη Βουλή, την προϊούσα κρίση εμπιστοσύνης απέναντι σε παραδοσιακά κόμματα ιδιαίτερα της Κεντροαριστεράς και την εκδήλωση επιθετικότητας απέναντι σε εντολοδόχους που θεωρούν ότι τους «πρόδωσαν». Εξηγεί την απρόσμενη εκλογή του νέου προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. με εντολή «να τα αλλάξει όλα», την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. να αυξήσει ουσιαστικά τα ποσοστά του, τον κατακερματισμό των πολιτικών δυνάμεων του προοδευτικού χώρου αλλά και τις υπόγειες, υποβόσκουσες αντιπαραθέσεις εντός της Ν.Δ. που συγκαλύπτονται από τη συγκολλητική ουσία της άσκησης εξουσίας, που λειτουργεί και ως παράγοντας προσέλκυσης ψηφοφόρων και πελατών διανέμοντας θέσεις, εξουσίες και πόρους.

β) Την εγγενή δυσκολία στην οριοθέτηση του τι μπορεί να θεωρηθεί «προοδευτικό» ή «αριστερό» στη σημερινή εποχή ενός άναρχα παγκοσμιοποιημένου κορπορατιστικού καπιταλιστικού συστήματος. Σήμερα, ως αποτέλεσμα μυωπικών πολιτικών του παρελθόντος, πολυεθνικοί κολοσσοί στον τραπεζικό, φαρμακευτικό, ενεργειακό και τεχνολογικό τομέα, ακόμα και στον τομέα των πνευματικών δικαιωμάτων, ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα των παγκόσμιων συναλλαγών. Λειτουργούν χωρίς κανόνες και ρύθμιση σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, ποδηγετώντας δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις στη λήψη μέτρων προς όφελός τους. Για πρώτη φορά επηρεάζουν τα μέτρα πολιτικής που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις, ενώ ταυτόχρονα, μέσω επικοινωνιακών ενεργειών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και με όπλο τη συλλογή και επεξεργασία τεράστιου αριθμού δεδομένων, ελέγχουν την παρεχόμενη πληροφόρηση και διαμορφώνουν καταναλωτικά και πολιτισμικά πρότυπα κατά το δοκούν. Αποτέλεσμα της λειτουργίας τους να εμπορευματοποιούνται όλο και περισσότερες δραστηριότητες, να διευρύνονται οι ανισότητες, να αποδυναμώνονται τα εθνικά κράτη από βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση αντισταθμιστικών προοδευτικών πολιτικών και να καλλιεργούνται ο ατομικισμός και μια κουλτούρα ψευδεπίγραφης ελευθερίας και ανευθυνότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι στον βωμό της εικόνας και του γρήγορου εντυπωσιασμού θυσιάζεται η αναζήτηση της αλήθειας, η ανάλυση δεδομένων, η ανάληψη ευθύνης για όσα λέγονται ή πραγματοποιούνται.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανάδειξη εναλλακτικών πολιτικών στην άσκηση πολιτικής είναι ιδιαίτερα δύσκολη και κοστοβόρα για το πολιτικό σύστημα ενόψει και των νέων συνθηκών και προκλήσεων που έχουν ανακύψει, όπως η ψηφιοποίηση, η Τεχνητή Νοημοσύνη, η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η τηλεργασία, η γήρανση του πληθυσμού, η κλιματική αλλαγή κ.λπ. Προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους κάτω από συνθήκες γενικευμένης αμφισβήτησης, ολοένα και περισσότερες κυβερνήσεις τείνουν να επιβάλλουν αντιδημοκρατικά μέτρα, να χειραγωγούν τον Τύπο, να υιοθετούν αυταρχικές μεθόδους. Η εδραίωση της λογικής του μονόδρομου στην άσκηση πολιτικής, πέρα από τις αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που έχει για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, εντείνει με τη σειρά της τον φόβο και την ανασφάλεια και κυρίως το γενικευμένο αίσθημα ανημπόριας και ματαιότητας. Αφού δεν υπάρχουν επιλογές, λέει ο περισσότερος κόσμος, «ας κοιτάξω να περισώσω ό,τι μπορώ και να περιφρουρήσω τον ιδιωτικό μου χώρο… η συμμετοχή στα κοινά και η αμφισβήτηση της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων είναι αδιέξοδη». Η λογική αυτή, που προωθείται από εξουσιαστικές ελίτ και αυταρχικές κυβερνήσεις, δομείται στη βάση εκβιαστικών απλουστευτικών διλημμάτων. Διλήμματα που τις περισσότερες φορές στερούνται λογικής βάσης, διχάζουν και πολώνουν την κοινωνία και αποτρέπουν τη συγκρότηση μιας κοινωνικής πλειοψηφίας που έχει τη δύναμη να κρίνει, να αξιολογήσει εναλλακτικές προσεγγίσεις και να προκαλέσει ανατροπές. Εδώ και δύο δεκαετίες καλούμεθα να απαντήσουμε σε τέτοια εκβιαστικά διλήμματα: Ευρώ ή δραχμή; Μνημονιακός ή αντιμνημονιακός; Εμβολιασμένος ή ψεκασμένος; Δύση ή Ανατολή; Ρωσόφιλος ή δυτικόφιλος ; Υποστηρικτής του Ισραήλ ή της Χαμάς;

γ) Την αδυναμία των κομματικών σχηματισμών και ηγεσιών τους να διαγνώσουν το διαβρωτικό αποτέλεσμα της πολιτικής αποξένωσης και τον κίνδυνο επικράτησης της λογικής του μονόδρομου και να προσπαθήσουν να γεφυρώσουν το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των απαιτήσεων του κοινωνικού συνόλου και των ενεργειών των κομματικών στελεχών. Ενώ οι περισσότεροι ψηφοφόροι αναζητούν αξιόπιστες λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα, κομματικά στελέχη με καθεστωτική νοοτροπία αναλίσκονται σε ενδοκομματικούς ανταγωνισμούς, υπόγειες και ανοιχτές συγκρούσεις, ομαδοποιήσεις στη βάση δήθεν ιδεολογικών διαφορών που υποκρύπτουν στρατηγικές επικράτησης και κομματικής επιρροής. Δεν είναι τυχαίο ότι στα μάτια του κόσμου η πρόσφατη κομματική κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και η αποχώρηση κορυφαίων στελεχών εκλαμβάνονται ως αποτέλεσμα μιας αδιέξοδης μάχης συσχετισμών που προϋπήρχε της κρίσης, συνέβαλε στην εκλογική αποτυχία και ξέσπασε τους τελευταίους μήνες, μετά τα αρνητικά εκλογικά αποτελέσματα και την εκλογή νέου προέδρου, όταν κλονίσθηκαν, με κίνδυνο ανατροπής, οι προϋπάρχοντες εσωτερικοί κομματικοί συσχετισμοί.

Η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί επομένως να πειστεί ο κόσμος, και κυρίως οι νέοι, ότι αξίζει τον κόπο να συμμετέχουν, ότι η ενασχόληση με τα κοινά δεν είναι μάταιη, ότι ο αγώνας μπορεί να κερδηθεί, ότι υπάρχει ελπίδα αλλαγής της δυστοπίας που όλοι βιώνουμε. Για να γίνει αυτό, για να αποκατασταθεί σταδιακά η εμπιστοσύνη, πρέπει πρώτα απ’ όλα εμείς οι ίδιοι που συμμετέχουμε στα κοινά να τολμήσουμε να αλλάξουμε: να προτάξουμε το εμείς στη θέση του εγώ, να αποδοκιμάσουμε την τοξική φρασεολογία, τις προσβολές και τις ατεκμηρίωτες καταγγελίες, να σκύψουμε με οξυμένη ενσυναίσθηση πάνω στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο διπλανός, να αποδεχθούμε με σεβασμό τη διαφορετικότητα, να δράσουμε με έντονο αίσθημα ευθύνης και διάθεση ουσιαστικής συμβολής. Η πολιτική ποιεί ήθος και το ήθος στην πολιτική είναι αυτό που κάνει τη μεγάλη διαφορά.

Συγκεκριμένο πρόγραμμα με μετρήσιμους ρεαλιστικούς στόχους

Η κινητοποίηση κοινωνικών δυνάμεων απαιτεί την επιλογή προορισμού και στρατηγικής επίτευξης του. «Αν δεν ξέρεις πού πας, όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί». Στην εποχή της αμφισβήτησης, ένα πολιτικό πρόγραμμα, ανεξαρτήτως ιδεολογικής κατεύθυνσης, δεν μπορεί να είναι γενικόλογο και διακηρυκτικό. Επιβάλλεται να είναι συγκεκριμένο, να αρθρώνεται γύρω από μετρήσιμους ρεαλιστικούς στόχους και μέτρα και να προσδιορίζει την αναμενόμενη κατανομή οφέλους και κόστους για κατηγορίες αποδεκτών που το πιο πιθανό είναι να έχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα. Η άσκηση δημόσιας πολιτικής δεν ευνοεί όλους και απαιτεί την ύπαρξη μηχανισμών επίλυσης διαφορών και υιοθέτησης αντισταθμιστικών και αναδιανεμητικών μέτρων. Πέρα από τον βαθμό παρέμβασης του κράτους, επομένως, στη λειτουργία των αγορών, κυρίαρχη ιδεολογική διαφορά μεταξύ νεοφιλελεύθερης, σοσιαλδημοκρατικής και αριστερής προσέγγισης στην άσκηση πολιτικής αποτελεί η επιλογή στόχων, προτεραιοτήτων και μέτρων με γνώμονα τα αναμενόμενα αποτελέσματα για συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Ως μέτρο αναθέρμανσης της οικονομικής δραστηριότητας, π.χ., ένας τυπικός θιασώτης της νεοφιλελεύθερης σχολής θα προτιμήσει τη μείωση της άμεσης φορολογίας σε σχέση με την αύξηση των δημόσιων δαπανών που θα είναι η προτιμητέα επιλογή για έναν αριστερό. Αντίστοιχες διαφορές υπάρχουν στην επιλογή μέτρων για την άρση των ανισοτήτων, την καταπολέμηση της φτώχειας, την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης, την προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ. Η επίκληση «αριστεροσύνης» δεν αρκεί, και όταν γίνεται χωρίς επαρκή συγκεκριμενοποίηση, υπονομεύει την αξιοπιστία της πολιτικής δράσης.

Η δυσκολία με τη συγκεκριμενοποίηση έγκειται στη δυνατότητα σύνθεσης απόψεων. Όσο ένα πρόγραμμα είναι γενικόλογο, οι διαφορές μεταξύ στελεχών ξεπερνιούνται. Όσο γίνεται συγκεκριμένο, οι διαφορές γίνονται ορατές και η σύγκλιση πολύ πιο δύσκολη. Ιδιαίτερα σε ένα αριστερό-προοδευτικό κόμμα που ο καθένας εκφράζεται ελεύθερα, ο κίνδυνος πολυφωνίας, ιδιαίτερα όταν εκδηλώνεται δημοσίως, είναι οξυμένος και συνήθως υπονομεύει την όλη προσπάθεια. Διαφορετικές προσεγγίσεις μπορούν να γεφυρωθούν μόνο μετά από διάλογο και σύνθεση τεκμηριωμένων εισηγήσεων μέσα από λειτουργία κομματικών επιτροπών και αποτελεσματικών διαδικασιών, στοχευμένη διαβούλευση με φορείς και ειδικούς και έγκριση από τα θεσμοθετημένα όργανα του κόμματος μετά από πανελλαδική συνδιάσκεψη. Το βιαστικό άνοιγμα στην κοινωνία χωρίς πρότερη κατάλληλη προετοιμασία ενέχει τον κίνδυνο σύγχυσης και διαιώνισης μιας αδιέξοδης πολυφωνίας.

Η σημερινή πολιτική κρίση στον αριστερό και προοδευτικό χώρο θα ξεπεραστεί. Στην πολιτική δεν υπάρχουν κενά όσο τα κοινωνικά προβλήματα διογκώνονται και οι πολίτες πιέζουν και απαιτούν επείγουσες ανατροπές και κυρίως λύσεις.

Το ζητούμενο είναι, αφού διαγνωσθούν σωστά τα αίτια της κρίσης, να γίνει η σύνθεση των απόψεων και να προσδιοριστούν οι μετρήσιμοι στόχοι και τα κατάλληλα μέτρα, να οργανωθεί με σύγχρονα μέσα η επικοινωνία και διάχυσή τους στη βάση με άτομα πολλαπλασιαστές και όχι διαιρέτες.

Το άρθρο δημοσιεύεται επίσης στην εφημερίδα Η Αυγή.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button