Greek Reports (Ελληνικά)

Τραγουδάμε για την Αμμόχωστο

Εκπληκτική σύζευξη μουσικής και ποιητικού λόγου στο συγκλονιστικό ορατόριο “Πόλις εν Καμίνω’’ των Αμμοχωστιανών Μιχάλη Χριστοδουλίδη και Ανδρούλας Τουμάζου.

Αποσπάσματα από το ορατόριο ΠΟΛΙΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ

Ποίηση ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ ΤΟΥΜΑΖΟΥ

Μουσική ΜΙΧΑΛΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ

 

ΚΑΙΡΟ ΒΡΥΧΑΤΑΙ ΤΟ ΘΕΡΙΟ

Καιρό βρυχάται το θεριό και πολεμά κι αρπάζει

του κάθε τόπου τον ανθό και σφάζει και ρημάζει.

Σέρνει μαζί του φλάμπουρα στο αίμα βουτηγμένα

και μες στο αίμα κολυμπά μισό φεγγάρι κι άστρο.

 

Γέμισε άρμενα ο γιαλός, γαλέρες, λυβιρνίδες,

κάθε λογής πλεούμενα με άλογα, σπαχήδες,

που κουβαλούν γεννίτσαρους, γαζήδες, τουρκομάνους,

κατάρτια γέμισε ο γιαλός, κοντάρια κι αλυσίδες.

 

Ρίξε ουρανέ πικρή βροχή, ρίξε αστροπελέκια,

κάψε τη φύτρα της οχιάς στον Τάρταρο να σβήσει

να λιώσει το κακό θεριό κι η γη να ζωντανέψει,

να ξαναγίνεις, ουρανέ, γαλάζιος σαν και πρώτα.

 

Τη μαύρη θάλασσα περνά, μαζί του σέρνει ασκέρι,

σκλάβοι στα κάτεργα τραβούν κουπί σιδερωμένοι,

με τες καΐνες μάχονται το κύμα να μερώσουν,

με αλυσίδες και φωτιά το κάστρο μας να δώσουν.

 

Ρίξε, ουρανέ, πικρή βροχή, ρίξε αστροπελέκια

να γαληνέψει ο γιαλός, το κύμα να μερέψειι

να τρέξει αθάνατο νερό, η γη να ξανανθίσει

και πέρα ώς πέρα ν’ ακουστεί η πόλη μας ανέστη!

ΠΟΙΗΤΑΡΗΣ

Που θέ(λει) να δει, να λυπηθεί,να κλάψει, να θρηνήσει

της Κύπρου τους παραδαρμούς ας έλθει να γροικήσει.

Χρόνον έλαμνεν ο σεισμός κι η γη χαμαί βρυχάτον

η θάλασσα ταράττεται, δεν ξεύρουσιν τίντα ‘τον.

Ο Τούρκος σαν εκάθετουν στην Πόλη, στο σκαμνίν του,

της Κύπρου εθθυμήθηκεν κι είπεν πως είν’ δική του. 

Όσον να πάει μήνυμα και να στραφεί μαντάτον

ο Τούρκος εκοντόφθασεν στην Πάφον κι εβρυχάτον.

 

Στην Πάφον εύκολα πατά το τούρκικον ασκέρι,

παίρνουν μετά τη Λεμεσόν ημέρα μεσημέρι,

σπαχήδες αλαλάζοντας στες Αλυκές περάσαν,

σφάζοντας κι ερημώνοντας στη Χώρα πλησιάσαν.

 

Εννιά Σεπτέβρη έπεσεν της Χώρας το καστέλι,

στις έντεκα ο Μουσταφάς στον Βραγαδίνο στέλλει

του ∆άνδολου την κεφαλή και του ζητά να δώσει

την πόλη δίχως πόλεμο, αν θέλει να τη σώσει.

 

Βραγαδίνου η φωνή έσκισε τον αιθέρα:

«Λεύτεροι όλοι είσαστε στην πόλη πέρα ώς πέρα!

Ούτ’ Έλληνες, ούτ’ Ιταλοί, ούτ’ Αλβανοί χωρίζουν,

όλοι έναν έχουνε έχθρό, μια πόλη υπερασπίζουν!

ΚΟΨΕΤΕ ΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ!

“Βαστάτε αντρείοι κι έρχεται η αρμάδα με φουσάτα,,

γαλέρες που τ’ αμπάρια τους με πούλβερη είν’ γεμάτα,

θειάφι, πίσσα, αρκεβούζια, κανόνια, σφαίρες, βόλια

απ’ ώρα σ’ ώρα φτάνουνε. Κόψετε τα περβόλια ,

Τούρκος ταμπούρι να μη βρει, σπαχήδες να μη βγαίνουν

στον κάμπο καβαλάρηδες και θάνατο να σπέρνουν.”

 

Τα δέντρα πήραν να μιλούν και τα πουλιά τρομάξαν

φτεροκοπήσαν γρήγορα και μακριά πετάξαν.

«Χέρια που μας φυτέψατε γιατί μας πελεκάτε,

γιατί πριόνια πιάσατε, τσεκούρια και χτυπάτε

εσείς που καμαρώνατε το χρώμα, τ’αγαθά μας

μ᾽αγάπη τα μαζεύατε, χαιρόταν η καρδιά μας.

Χέρσα θα μείνει τούτη η γη και η ζωή θα σβήσει, α

άλλος κανείς δεν θα βρεθεί για να την αγαπήσει.»

 

Στεγνά τα μάτια και βουβός ο θρήνος στις καρδιές μας

μα τράνεψε η απόφαση βαθιά μες στις ψυχές μας.

Πρώτοι εμείς το χρέος μας να πράξουμε χρωστούμε,

χρέος βαρύ κι ασήκωτο. Άλλους μην καρτερούμε!

Στεγνά τα μάτια και βουβός ο θρήνος στις καρδιές μας,

μα λεύτερες είν’ οι ψυχές, ατσάλι οι απαντοχές μας!

ούτ’ Έλληνες, ούτ’ Ιταλοί, ούτ’ Αλβανοί χωρίζουν,

όλοι έναν έχουνε έχθρό, μια πόλη υπερασπίζουν!

 

Φέρτε σιτάρι απ’ το Πραστειό, ξύλα από τα Καρπάσια,

λάδι από την Ακανθού, σφαχτάρια από τους Στύλλους,

μπαμπάκι από το Τρίκωμο, καννάβι απ’ την Κυθρέα,

ξίδι από την Πιτσιλιά, κρασί απ’ τη Μαραθάσα,

ξίδι να πλένουν τις πληγές, κρασί ν’ αντρειωθούνε

ψυχές των καβαλλάρηδων που τον εχθρό σκορπούνε,

το κάστρο να γεμίσουμε, ν’ αντέξει την αντάρα

ώσπου να φτάσει η Βενετιά, να φτάσει η αρμάδα.

 

«Χλωμιάζει ο ήλιος, χάνεται και τα βουνά ματώνουν.

Τα χέρια που μ’ ανάστησαν, αυτά με θανατώνουν.»

 

Κίτρα και κιτρολέμονα το μύρο σας κρατήστε, ,

τα τείχη τα αιματόβρεχτα ραντίστε και μυρίστε!

ΚΑΝΟΝΙΑ ΜΑΣ ΚΥΚΛΩΣΑΝΕ

Κανόνια μας κυκλώσανε και μας σφυροκοπούνε

λαβωματιές στα τείχη μας ανοίγουν να διαβούνε

ορδές εχθρών μ’ ολόγυμνα τ’ ακονισμένα ξίφη

ορμούν, μα εμείς συντρίβουμε του Μουσταφά τα στίφη

που σπάνε πάνω στα τειχιά, θεριά μαύρα κατράμι,

μαύρο το αίμα στον γιαλό κυλάει σαν ποτάμι.

 

Όλη τη νύχτα χτίζουμε, τη μέρα πολεμούμε,

γιουρούσια τα χαράματα οι Τούρκοι ξεκινούνε

κι ως ξημερώνει ο Θεός πάλι ξαναρχινούμε

τον πόλεμο, και το τρανό το κάστρο μας κρατούμε.

 

Οι κάμποι γίνανε βουνά και τα τειχιά βουλιάξαν

λαγουμιτζήδες τα οχυρά μεσούρανα τινάξαν.

Βρυχάται η γη, ο ουρανός πέτρες και χώμα βρέχει,

του ήλιου χάνεται το φως, ποτάμι το αίμα τρέχει.

Η πόλη μας αιμορραγεί, μάχεται, υποφέρει,

η πόλη μας ψυχορραγεί, παλεύει κι αναμένει.

Μπαϊράκια κατακόκκινα στα ύψη κυματίζουν,

τις ατσαλένιες λάμες τους χατζάρια ανεμίζουν.

∆άσος κοντάρια, λάβαρα τον κάμπο πλημμυρίζουν

κι ώς πέρα στον ορίζοντα οι λόφοι κοκκινίζουν.

Τη μέρα μισοφέγγαρα καρφώνουν και χλωμιάζει,

ο ήλιος γίνετ’ άφαντος, δεν θέλει να κοιτάζει τ

το χαλασμό, τη συμφορά, το μακελειό, τη θλίψη,

κρύβεται μες στα σύννεφα και χάνεται στα ύψη.

 

Βαστάτε αντρείοι κι έρχεται η αρμάδα με φουσάτα,,

γαλέρες που τ᾽ αμπάρια τους με πούλβερη είν’ γεμάτα!

Τούτη την πόλη την τρανή, τη χιλιοπαινεμένη

θα την υπερασπίσουμε μ’ όση πνοή μας μένει

κι αν θες εσύ τρανέ πασά τη γη μας να πατήσεις

αντρίκια με τα όπλα σου νά ᾽ρθεις να την κερδίσεις!

 

Ave Famagusta animosa, gloriosa! Ave mea era, mea sancta terra!

OH, MEA PATRIA

Πατρίδα πρώτη νερό κι αλάτι νερό κι αλάτι είμαι κι εγώ

σού ’δωσα δόξα, σού ᾽δωσα αίμα σ’ είχα προστάτη και οδηγό

Εδώ ο Χάρος θερίζει κρίνα και με τον Άδη στήνουν χορό,

λύκοι ουρλιάζουν, χτυπούν νταούλια, σίδερο πέφτει θανατερό.

 

Οh, mea patria Famagusta, ρήγαινα πάνω στο σταυρό

θάψε με μέσα στα τειχιά σου , μαζί με σένα ν’ αναστηθώ.

Φύσα σιρόκο, φύσα λεβάντε, πέτα γεράκι στη Βενετιά

πάρε μαζί σου το μήνυμά μου: «Στη Φαμαγκούστα θα μείνω πια”!

 

Τώρα η μέρα έγινε νύχτα και το φεγγάρι ακροβατεί

τώρα οι συντρόφοι γίναν αστέρια και ξαναπέφτουν πίσω στη γη.

Αίμα και λάσπη πάνω στα τείχη κι εσύ μονάχα πίκρες κερνάς… Π

πού ᾽ναι οι γαλέρες; Πού ’ναι η βοήθεια; τις υποχέσεις πάντα ξεχνάς.

 

Οh, mea patria generosa, σπασμένο δόρυ, βαρύ σπαθί

Oh, mea patria gloriosa, γιατί σωπαίνεις, γιατί αργείς;

Φύσα σιρόκο, φύσα λεβάντε, πέτα γεράκι στη Βενετιά,

πάρε μαζί σου το μήνυμά μου: “Στη Φαμαγκούστα θα μείνω πια”!

ΜΕΙΝΑΜΕ ΜΟΝΟΙ – ΤΟΥ ΒΡΑΓΑΔΙΝΟΥ

Πανώριος Άη Γιώργης στα τειχιά

με τ‘ άλογο μπροστά στην εκκλησιά

τα πέλαγα μετρούσες – προσμονή!

«αρμάδα θα φανεί» – υπομονή!

 

Αρχάγγελος αστράφτεις μες στο φως,

σαν ήλιος λάμπεις, ίδιος ο Χριστός!

Στρατιές αγγέλων ψέλνουν ωσαννά !

στα τείχη αυτά θα ζεις παντοτινά.

 

Μείναμε μόνοι, μείναμε ορφανοί

σκοτείνιασαν οι δρόμοι, ο ήλιος, οι ουρανοί

μαζί μας εσύ όμως θα βρίσκεσαι ξανά

στα τείχη μας θα ζεις παντοτινά.

 

∆ίσεκτοι χρόνοι, δίσεκτοι καιροί,

χορτάριασαν οι δρόμοι κι ακόμα προσμονή.

Λυσσομανά ο αέρας μα πουθενά πανιά

η ελπίδα μας κρατά παντοτινά.

 

Το βλέμμα αετίσιο, αστραφτερό

σαν το σπαθί σου ίδιο, κοφτερό

τη δύναμη του λιόντα την καρδιά

κι ολόγυρα η πόλη μια γροθιά

 

Αύγουστος μήνας χάνεται το φως,

χάνεται η πούλια, πάει ο αυγερινός,

μα εσύ μπροστάρης τα κλειδιά κρατάς

μιας πόλης που θα ζει παντοτινά.

ΕΛΕΝΗ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙΝΑ

Ασπροφορούσα, λυγερή και κοντυλοφρυδούσα

ωριόπλουμη, λιανόκορμη, νεραϊδολαλούσα

μια ρήγαινα αγγελόπλαστη με βλέμμα θολωμένο.

προς την ανατολή θωρεί μια πόλη κουρσεμένη,

πεντάρφανη, ασάλευτη να στέκει, πετρωμένη.

Ο Άη Νικόλας σαϊτιές στους ουρανούς δοξεύει

κι η Παναγιά η Σπηλιώτισσα τον άνεμο μερεύει.

 

“Στον άλλο κόσμο φτάσανε οι στάχτες του πολέμου

κι ανέβηκα για να κρατώ το χέρι σου, ανθέ μου.

 

Εσένα, σμαραγδένια μου, δεν σε χρωστώ στον Άδη,

η ομορφιά σου, Αμμόχωστος, δεν σβήνει στο σκοτάδι.

 

Δέντρα να πρασινίσετε και γιασεμιά ανθίστε

κι εσείς κρινάκια του γιαλού τες αμμουδιές στολίστε.

 

Κι εσείς αστέρια τ’ ουρανού, πούλια κι αποσπερίτη

να της κρατάτε συντροφιά ώς νά βγει η Αφροδίτη

ως να γινεί πανσέληνος, ολόγιομο φεγγάρι,

να σβήσουν μισοφέγγαρα, ν᾽ανάψει το δοξάρι.

ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΒΑΛΑΡΗ

Άη Γιώργη καβαλάρη, Άη Γιώργη Ξορινέ

χώσε τ᾽ αργυρό κοντάρι στου θεριού το μαύρο στόμα

θάψε το βαθιά στο χώμα  κι από πάνω να βλαστήσει

όμορφη πορτοκαλιά

τα Μαρτάπριλα ν’ ανθίσει και να με ξαναμεθύσει.

 

Αητέ, σταυραητέ μου, τα φτερά σου άνοιξέ μου

σκέπασέ με, φύλαξέ με, σαν και πριν ανάστησέ με,

γίνε αέρας σκόρπισέ τους, στρόβιλος κι αφάνισέ τους,

Άη Γιώργη καβαλάρη, λυτρωτή και δρακοκτόνε,

αητέ, σταυραητέ μου, τα φτερά σου άνοιξέ μου.

 

Άη Γιώργη καβαλάρη, Άη Γιώργη λυτρωτή

σπάσε αλύσους, ρίξε τείχη

πόρτες  χάλκινες ν᾽ ανοίξουν, τράβηξε το ρομανίσι

να ξανάρθει το μελίσσι, το κυβέρκι να γεμίσει,

το θεριό να πάει, να σβήσει και να μην ξαναγυρίσει!

ΛΕΥΚΟ ΠΑΝΙ

Λευκό πανί ας σηκώσουμε στα λαβωμένα τείχη,

έντεκα μήνες γράφτηκε του τόπου μας η τύχη.

Γαϊδούρι δεν απόμεινε, μήτ’ άλογο, μουλάρι,

μήτε σκυλί, μήτε γατί, μήτε φιδιού ένα χνάρι.

Μας λιάνισε Τούρκου σπαθί, μας θέρισε η πείνα

Βοήθεια δεν έφτασε ούτε κι αυτόν το μήνα.

Μας τέλειωσε η πούλβερη, τ᾽ άρματα μας σωπαίνουν

οι λαβωμένοι ξέπνοοι βογγούν κι αργοπεθαίνουν!

 

«Κάντε κουράγιο, αδέρφια μου, έρχονται οι γαλέρες,

τον Τούρκο θα νικήσουμε, θά ᾽ρθουν γαλήνιες μέρες.

Τείχη γερά έχει η πόλη μας κι ο Μαρμαράς στις μίνες

μπουρλότο βάζει, την Τουρκιά τινάζει τόσους μήνες!

Τείχη γερά έχει η πόλη μας κι ο Μαρτινέγκο φάρος

που πολεμά με το σπαθί και τον φοβάται ο Χάρος!»

 

Ό,τι είχαμε το δώσαμε να σώσουμε την πόλη,

τίποτα πια δεν ωφελεί ν’ ατιμαστούμε όλοι.

Μόνο η τιμή απόμεινε για μας περιουσία.

Έλεος! Να μην πάθουμε ωσάν τη Λευκωσία

που μπήκαν Τούρκοι κι άρπαξαν κι έσφαξαν κι εβιάσαν

πάνω στο αίμα π’ άχνιζε τρανό χορό επιάσαν.

Μαντατοφόρος του πασά φέρνει χαρτί, χαράξτε

τους όρους να γλιτώσουμε τη φρίκη! Υπογράψτε!

 

«Επίσκοπε, τα γιορτινά τα άμφια σου φόρα

στο άγιο βήμα ν’ ανεβείς, έφτασε πια η ώρα

στερνή φορά ελεύθεροι οι πολιορκημένοι

να ψάλλουμε στον Ύψιστο μ’ όση πνοή μας μένει

δοξολογία κι ύστερα περήφανοι, γενναίοι

της Αμμοχώστου μαχητές, πρεσβύτεροι και νέοι,

να πορευτούμε στον πασά που λόγο έχει δώσει

στης Σούδας τις βενέτικες αρχές να παραδώσει

όσους θελήσουν το νησί ν’ αφήσουν και να φύγουν

και την τιμή και τη ζωή να σεβαστεί όσων μείνουν.

 

Η πόλη μας αιμορραγεί, μάχεται, υποφέρει,

η πόλη μας ψυχορραγεί, παλεύει κι αναμένει.

Βρυχάται η γη, ο ουρανός πέτρες και χώμα βρέχει, τ

του ήλιου χάνεται το φως, ποτάμι το αίμα τρέχει.

Οι κάμποι γίνανε βουνά και τα τειχιά βουλιάξαν

λαγουμιτζήδες τα οχυρά μεσούρανα τινάξαν.

Κλείνει τ’ αυτιά το βουητό ο κουρνιακτός τα μάτια

η αρμάδα ακόμα να φανεί, οι ελπίδες μας κομμάτια.

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ

∆όξα σοι, Αλάσια, ενάλια νύμφη

Δόξα σοι, Έγκωμη, χάλκινα σπλάχνα

Δόξα σοι, Τεύκρο, έρκος Ελλήνων

∆όξα σοι, Ονήσιλε, κυβέρκι στις πύλες

Δόξα, Ευαγόρα, Σαλαμίνος μεγίστης

Δόξα, Ευέλθων, ∆ελφών λυχνία

Δόξα Αχαιών γραφίδα και σμίλη

∆όξα σοι βάτος εν μέσω πελάγους

∆όξα Αρσινόη Πτολεμαίων στεφάνι

∆όξα Κωνστάντια, των πόλεων πόλη

∆όξα Άη Γιώργη , Άη Νικόλα-λυτρωτή Ποσειδώνα

∆όξα σοι πέτρα, νερό και χώμα

……..

∆όξα καστρίτισσες, θαλασσινές,

γλυκονερίτισσες και βρυσιανές

∆όξα Σπηλιώτισσα των περβολιών

Δόξα Λυσιώτισσα των αμπελιών

∆όξα Τραπέζα της Μεσαριάς

∆όξα Λυθράγκωμης Κανακαριά

∆όξα Ελεούσα του Καρπασιού

∆όξα Απαλαίστρα του σιταριού

∆όξα Ηλιόκαλη της Σαλαμίνας

∆όξα τρισεύγενη της Αυγασίδας

∆όξα σοι Αφέντρικα πελαγινή

∆όξα Παντάνασσα αερινή!

 

Εγώ η γη, εγώ η θάλασσα

Εγώ η από χώμα και νερό

η από άρμη κι αέρα

Εγώ η φωτιά, εγώ η στάχτη

η φλεγόμενη βάτος

Εγώ η νήσος ληστών και η νήσος αγίων

Εγώ η ευνοούμενη της κόλασης

Εγώ η έκπτωτη του Παραδείσου

Ικέτις προσέρχομαι σ’ όσους θεούς ελάτρεψα

για όλα όσα αγάπησα

Εγώ η περιπλανώμενη

Εγώ η ευλογημένη, η καταδικασμένη…

 

Ιλάσθητι, Κύριε, τις ακακίες των εφήβων ερώτων

στα τείχη τα χτισμένα με κόκκαλα και ελέησόν με!

 

∆όξα σοι, Αμμόχωστος, δόξα Φαμαγκούστα

ΔΟΞΑ Η ΠΟΛΗ!

Μιχάλης Χριστοδουλίδης

 

Ανδρούλα Τουμάζου

 

Κύρος Πατσαλίδης

 

Δώρος Δημοσθένους

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button