Greek Reports (Ελληνικά)

Το πετάσιν, ένα ταξίδι ζωής.

Κάθε Καθαρά Δευτέρα ταξιδεύω νοερά ένα υπέροχο ταξίδι

Βλέπω τον εσωτερικό μου κόσμο να έχει πάρει τον δρόμο μετά τα Κοκκινοχώρια για το Βαρώσι μας, την πρωτεύουσα μας, όπως αποκαλούσαμε όλοι της Επαρχίας, το Βαρώσι.

Περνώντας δίπλα από τα Τείχη, βλέπω, πάνω ψηλά, είναι ο Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος με τον Μανώλη Σπηλιώτη και αποκρούουν τις ορδές του Λαλά Μουσταφά, του πρώτου Τούρκου εισβολέα της χώρας μας. Κράτα γερά Μαρκαντώνιε του φωνάζω, αν πέσει η Αμμόχωστός μας θα Τουρκέψει όλη η Κύπρος.

Μας πρόδωσαν όλοι, μου αποκρίνεται, δεν έρχεται βοήθεια, μας τέλειωσαν τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια. Θα το ζήσετε και εσείς, μου φωνάζει, κάποια στιγμή. Πως το γνώριζε άραγε αυτό για το 74, συλλογήθηκα.

Προχωρώ και βρίσκω το μεγαλοπρεπές ξενοδοχείο Salamis Bay, κάπου αριστερά μου στο βάθος βλέπω το Μοναστήρι Αποστόλου Βαρνάβα. Βάζω τον σταυρό μου και ζητώ την Χάριν του για να συνεχίσω. Βλέπω τα Γαστριά, τις Πύλες της Καρπασίας όπως λέγαμε τότε. Ανοίγω πολύ γρήγορο βήμα, και φθάνω στον προορισμό μου. Αρχίζω να μυρίζω την γενέθλια γη, μυρίζομαι την θάλασσα, εκεί που προσθαλασσώθηκε ο Τεύκρος, ο γιός του Τελαμώνα, με τους Αχαιούς του.

Για σου Πετράκη! Ακούω μια φωνή να με φωνάζει αλλά δεν βλέπω κανένα. Πετράκη με φωνάζαν μικρό παιδί. Φτάνω στο σπίτι, δίπλα η πεζίνα μας (Σταθμός βενζίνης Mobil). Βλέπω απέναντι το χωράφι της κυρίας Έλλης, εκεί που πετούσαμε τα πετάσια μας (χαρταετούς). Τα φτιάχναμε με καλάμια, κόλλες και για γόμα χρησιμοποιούσαμε την αρχαιότερη, νερό και αλεύρι. Ήθελε μεγάλη τέχνη να φτιάξεις το πετάσι σου, δυνατό και αεροδυναμικό για να πετά πουπανοθκιόν, δηλαδή να μπορεί να πετά κατακόρυφα πάνω από το κεφάλι σου. Εκεί που μας έβλεπα να πετάμε τα πετάσια μας, ακούω φωνές πολλές, πάμπολλες. «Καλωσόρισες Πετράκη». Ξεχωρίζω την φωνή του πατέρα μου, της μητέρας μου, γειτόνων αλλά και άλλων χωριανών. Του Σαββή, του Οδυσσέα και των άλλων Αγνοουμένων μας. Δεν τους βλέπω, αλλά τους απαντάω, «μην με καλωσορίζετε, δεν έφυγα ποτέ». Τότε κατάλαβα, ήταν οι ψυχές των Γιαλουσιτών, που επέστρεψαν λεύτερες στην ζεστασιά του τόπου τους, αφού πολλοί τάφηκαν σε κρύα, ξένα χώματα.

Άργησα, τρέχω να προλάβω να πάω στην θάλασσα του Λιμνιώνα, εκεί που πρωτοβαφτίστικα στα αλμυρά νερά της. Φτάνω και γυρίζω πίσω, για μια τελευταία ματιά στην Γιαλούσα, που μέσα από τα μάτια της, βλέπω όλη την κατεχόμενη γη μας, Βαρώσι, Μόρφου, την Κερύνεια του Πράξανδρου.Βλέπω και τους εφτά λόφους που είναι χτισμένη. Στον πιο όμορφο λόφο, ένα λευκό μεγάλο κτήριο γράφει, Ελληνικό Γυμνάσιο Αιγιαλούσης. Τρέχω και μπαίνω στην ζεστασιά της θάλασσας, με τα χίλια χρώματα και αρώματα. Κολυμπάω και αρχίζω να σκέφτομαι τι θα γράψω για το πετάσιν και το ταξίδι της ζωής μου. Συγκινούμαι και κλαίω, και ας νόμισε η θάλασσά μου, πως μπήκε η αλμύρα της στα μάτια μου.

Εκεί που κολυμπούσα στα βαθιά, βλέπω να με πλησιάζει ένα καράβι με πανιά, επάνω άνδρες ντυμένοι με χρυσές πανοπλίες. Ανέβα επάνω μου λέει να σε πάω πίσω, το ταξίδι σου τελείωσε. Καλωσόρισες μου λέει, είμαι ο Τεύκρος ο γιος του Τελαμώνα, με τους Αχαιούς μου. Καλώς σας ήβρα αποκρίθηκα συγκινημένος. Πάντα ήθελα να σε γνωρίσω Τεύκρο του αποκρίθηκα, είμαι και εγώ ένας από Εσάς.

Αγαπητοί μου, χάσαμε προσωρινά τη γη μας μια φορά. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε σε κανέναν «περαστικό» να μας την πάρει για πάντα. Πρέπει να παλέψουμε για εμάς, για την γη μας, για τα παιδιά μας. Πολύ φοβάμαι όμως, ότι ο αγώνας των «δικών» μας, δεν είναι ο δικός μας αγώνας για επιστροφή και δικαίωση.

Ανησυχώ βλέποντας τα ίδια λάθη να επαναλαμβάνονται στις διαβουλεύσεις για τον εθνικό μας ζήτημα.

Ας όψονται οι αίτιοι.

  • Γιαλούσα, Επαρχία Αμμοχώστου, και όλης της κατεχόμενης γης.

Υποψήφιος Βουλευτής Επαρχίας Αμμοχώστου με την Εδεκ.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button