Greek Reports (Ελληνικά)

“Οι συμμετοχές της Κύπρου στους αγώνες του Έθνους και η γεωπολιτική εξάρτηση της καταξίωσής τους”

* * *
Τα θεμέλια του Ενωτικού Ζητήματος του Κυπριακού Ελληνισμού της Ένωσης δηλαδή της Κύπρου με την Ελλάδα, τέθηκαν επίσημα, όπως είδαμε, στον Ι. Καποδίστρια μόλις ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος.

H στάση της Ρωσίας στον αγώνα των Ελλήνων να εγκαθιδρύσουν και να επεκτείνουν το Ελληνικό Κράτος προκαλούσε κατά καιρούς ενθουσιασμό.

Το ομόθρησκο στοιχείο που προβλήθηκε από τη Ρωσία ήδη από τον 18ο αιώνα για να στοιχειοθετηθεί το δικαίωμά της να προστατεύσει τους λαούς της βαλκανικής, ήταν βέβαια κατά κύριο λόγο πρόσχημα για στήριξη της επιρροής της αφ’ ενός και για διασφάλιση κεκτημένων κατά τη διανομή των εξ ων συνετέθη η Οθωμανική Αυτοκρατορία αφ’ ετέρου.

Το περιεχόμενο της Ρωσικής στάσης αποτυπώνεται λίγο πριν τον Κριμαϊκό Πόλεμο του 1854. Εκτιμούσε τότε η Ρωσία ότι η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέκειτο και ότι θα έπρεπε να υπάρξει συμφωνία με την Αγγλία για τη διανομή. Στις πολλές επαφές που πραγματοποιήθηκαν τότε μεταξύ του Τσάρου Νικολάου και της αγγλικής πλευράς, είχε γίνει σαφές ότι η Ρωσία ενδιαφερόταν για μια αναδιάταξη που θα υπηρετούσε ένα ισοζύγιο δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών.

Ειδικότερα η Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με τη ρωσική θέση, δεν θα έπρεπε να καταληφθεί ούτε από την Αγγλία ούτε από οποιανδήποτε άλλη μεγάλη δύναμη. Τα πριγκιπάτα της Βαλκανικής θα έπρεπε να συνεχίσουν ως ανεξάρτητα κράτη υπό τη ρωσική προστασία και η Σερβία και η Βουλγαρία να απολάμβαναν το ίδιο καθεστώς διακυβέρνησης. Για εξισορρόπηση αυτών των ρωσικών πλεονεκτημάτων η Αγγλία θα μπορούσε να προσαρτήσει την Αίγυπτο και την Κρήτη. Σε ένα περαιτέρω σημείο ο Τσάρος ήτο ιδιαίτερα πεισματικά τοποθετημένος. “Ουδέποτε θα αποδεχθώ” ανέφερε “οποιανδήποτε προσπάθεια για αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ούτε οποιανδήποτε επέκταση της Ελλάδας που θα μπορούσε να την καταστήσει περιφερειακή δύναμη. Και ακόμη λιγότερο θα αποδεχόμουν τη διάσπαση της Τουρκίας σε μικρές Δημοκρατίες. Και είμαι αποφασισμένος” καταδήλωνε ο Τσάρος, “να οδηγηθώ σε διαρκή πόλεμο παρά να αποδεχθώ τέτοιες ρυθμίσεις”. Η Κυβέρνηση του Τσάρου φρόντισε μεταγενέστερα, με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, να εξειδικεύσει τις ευαισθησίες της τονίζοντας ότι και αυτής της Κύπρου την παραχώρηση στην Ελλάδα θα αντιμετώπιζε με δυσαρέσκεια γιατί η προσάρτηση του νησιού θα εξασφάλιζε προέχουσα θέση στην Ελλάδα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Την ίδια αντίθεση εξεδήλωσε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η Γαλλία που επεξέτεινε την επιρροή της με την ανάληψη της εντολής για τη Συρία και τις αγαθές σχέσεις που ανέπτυξε με την εθνικιστική κυβέρνηση της Τουρκίας. Εκτιμούσε τότε η Γαλλία ότι η γεωπολιτική θέση της Κύπρου ενδιέφερε άμεσα τα συμφέροντα της και φρόντισε να δεσμεύσει την Αγγλία ότι δεν θα παραχωρείτο η Κύπρος στην Ελλάδα χωρίς τη συγκατάθεση της Γαλλικής Κυβέρνησης. Αυτή η Αγγλογαλλική συνεννόηση είχε άμεση σύνδεση με τις συμφωνίες των δύο χωρών για τις πετρελαιοπηγές στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Φαίνεται πράγματι ότι η Αγγλία είχε προτείνει το 1912 στην Ελλάδα την παραχώρηση της Κύπρου έναντι διευκολύνσεων στο λιμάνι του Αργοστολίου και ότι επανέλαβε την πρόταση αυτή έναντι της εισόδου της Ελλάδας στο πόλεμο παρά το πλευρό των Συμμάχων. Αλλά αυτές οι αμφιλεγόμενες ιστορικά χειρονομίες της Αγγλίας και η προβληματίζουσα αντιμετώπισή τους από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο – που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε – κατέληξαν στη διευκρίνιση του Άγγλου Υπουργού Εξωτερικών Λόρδου Κέρζον ότι “η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος δεν είχε πρόθεση να παραδώσει το νησί σε κανένα”. Και βέβαια είναι μάλλον απίθανο η παλινδρόμηση της αγγλικής θέσης να οφειλόταν στις παραστάσεις της Ιταλίας που και αυτή ζήτησε διαβεβαιώσεις ότι η Αγγλία δε θα παρέδιδε την Κύπρο στην Ελλάδα χωρίς την προηγούμενη δική της συναίνεση. Είναι όμως το καθολικό των μεγάλων δυνάμεων ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της πολυπλοκότητας του Κυπριακού Προβλήματος.

Η αγγλική θέση στο ζήτημα αποκρυσταλλώθηκε στη συνέχεια. Το 1931 προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι στα αρχεία του Φόρεϊν ΄Οφις δεν βρισκόταν οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαίωνε ότι η Αγγλία είχε υποσχεθεί την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο του 1953 ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Άντονυ Ήντεν απαντώντας σε σχετική με το κυπριακό αναφορά του Έλληνα Πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου στην συνάντηση τους στην Αγγλική Πρεσβεία στην Αθήνα είπε: “Θα επαναλάβω εκείνο που είπα και άλλοτε, δηλαδή για την Βρετανική Κυβέρνηση δεν υφίσταται κυπριακό ζήτημα, ούτε τώρα ούτε στο μέλλον”. Το “ουδέποτε” του Υπουργού Αποικιών Χόπκινσον που δηλώθηκε λίγους μήνες μετά, δεν ήταν παρά μια καθόλου φλεγματική επανάληψη της βρετανικής θέσης όπως την καθώριζε ο Ήντεν.

Είναι επίσης εκπληκτικό ότι οι Εβραίοι πριν ακόμη φτιάξουν κράτος είχαν ταχθεί εναντίον της παραχώρησης της Κύπρου στην Ελλάδα αφού τον Αύγουστο 1919 η Επιτροπή της Αγγλοϊσραηλιτικής Ομοσπονδίας απηύθυνε έντονη διαμαρτυρία στην Αγγλική Κυβέρνηση ενάντια σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

* * *

H γεωγραφική θέση της Κύπρου αποτέλεσε και αποτελεί το σημαντικότερο της πλεονέκτημα αφού την καθιστά επίκεντρο στους πολιτικούς και οικονομικούς σχεδιασμούς στην ευρύτερη περιοχή αλλά και τη διαχρονική της κακοδαιμονία αφού παραμένει γεωγραφικά πάντα μακριά από το εθνικό κέντρο και είναι αδύναμη να ενεργήσει αποτελεσματικά και να ενθέσει διεκδικητικά τα δικά της συμφέροντα στις επιβουλές και στην εκμετάλλευση, ή, ηπιότερον ειπείν, στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των κατά καιρούς κραταιών.

Το αληθές του λόγου επιβεβαιώνεται ιστορικά όπως η σύντομη αναφορά μας υπενθυμίζει.
Ο ελληνισμός της Κύπρου διασώθηκε μέσα από τις δίνες και τις τρικυμίες που δημιουργούν οι διελκυστίνδες και οι εναλλαγές των κυριαρχουσών χωρών, μέσα από κατοχές, καταπιέσεις, κατατρεγμούς και εθνικά ξεκαθαρίσματα γιατί στη “μαγιά” του Μακρυγιάννη πέρα από το θάρρος, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία ενυπάρχει η φρόνηση. Ενυπάρχει η λογική παρέμβαση και η διορατικότητα στην επιδίωξη των οραμάτων και στις επιλογές της τακτικής των αγώνων. Αυτό το χαρισματικό στοιχείο που κατά κανόνα στην Κυπριακή ιστορία μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και από ηγέτη σε ηγέτη συντίθεται και εδραιώνεται και από τις τραυματικές εμπειρίες του απώτερου και του πρόσφατου παρελθόντος.

Με αυτές τις όχι ευοίωνες διαπιστώσεις για την πραγμάτωση των προαιώνιων πόθων του Κυπριακού Ελληνισμού, καταφαίνεται ότι δεν αρκεί η βραχυχρόνια σχεδίαση και η περιστασιακή συμπεριφορά αλλά απαιτείται ο σαφής καθορισμός του ρόλου του ελληνισμού της Κύπρου στη σύνολη εθνική πορεία. Και ασφαλώς η διερεύνηση και η στοιχειοθέτηση αυτού του ρόλου δεν είναι νοητό να απεξαρτηθεί από τις ευρύτερες εθνικές δυνατότητες και τον καθολικό ρόλο της Ελλάδας στην περιοχή αλλά κυρίως δεν μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη τις ιστορικές πραγματικότητες που φευ νομοτελειακά επαναλαμβάνουν εαυτές.

Η σημαντικότητα του χώρου της Βαλκανικής, των Στενών και της Μέσης Ανατολής στα παγκόσμια δρώμενα δεν μειούται. Και ο επιμερισμός της εύνοιας των εκάστοτε μεγάλων, που αναμφίβολα διαβαθμίζει και τη δυναμική στις διεκδικήσεις των χωρών της περιοχής, δεν έχει αναφορά τη διαφοροποίηση των συμφερόντων ή των στρατηγικών τους, γιατί και αυτά διαπιστώνονται ιστορικά αναλλοίωτα, αλλά την ικανότητα κάθε μιας, να μου επιτραπεί ο όρος, υφιστάμενης χώρας να αναβαθμίσει τις δικές της περιφερειακές ηγετικές δυνατότητες. Θα ήταν άτοπο και πολιτικά ασύνετο να αναμείνουμε να διαφοροποιηθούν οι συνθήκες για να μειωθεί η σημασία και ο ρόλος του αντιπάλου χωρίς να συνειδητοποιούμε την ανάγκη της αναβάθμισης της δικής μας σημασίας και του δικού μας ρόλου. Το μέτρο συνεπώς των δυνατοτήτων του ελληνισμού καθορίζεται από το βαθμό της πειστικότητάς του να διαδραματίσει ένα σταθερό και σταθεροποιητικό ηγετικό ρόλο στην περιοχή. Ένα ρόλο συναρτημένο με τις δικές του διαχρονικές αξίες αλλά και με τις περιβάλλουσες διεθνείς συγκυρίες.

Η εύρεση αυτού του ρόλου δεν είναι ιστορικά δύσκολη. Η πολιτική της υιοθέτησης και εφαρμογής ωστόσο προϋποθέτει και απαιτεί διορατικότητα και θάρρος και ευφάνταστες τακτικές που μοιραία θα αντιπαραταχθούν στις εθνικές ευαισθησίες που εμείς οι ίδιοι συγκροτήσαμε και καλλιεργήσαμε υποβιβάζοντας κάποτε τα εθνικά θέματα σε αντικείμενο εφήμερων πολιτικών σκοπιμοτήτων και ανάγοντας τις κομματικές αντιπαραθέσεις και επιδιώξεις σε διαδικασία διαμόρφωσης των εθνικών πολιτικών στάσεων. Ως μή έδει.

* * *

Αδάμος Αδαμίδης

Η επικέντρωση της αναφοράς μας στις συνθήκες του 19ου αιώνα και των αρχών του 20 αιώνα έγινε διότι θεωρούμε ότι είναι δυνατό να καταγραφούν μέσα από αυτές οι διαστάσεις του Κυπριακού προβλήματος και οι γεωπολιτικές εξαρτήσεις της ευόδωσης των αγώνων του Κυπριακού Ελληνισμού.

Προσπαθώντας απόψε να επιτύχουμε μια αδρομερή ιστορική αναδρομή στα καθορισμένα χρονικά πλαίσια μιας ομιλίας, κρίναμε ότι δεν θα ήταν δυνατό, και ίσως ούτε ωφέλιμο, να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τα σημερινά δρώμενα και τη στάση των σημερινών κραταιών.

Έχουμε ωστόσο την άποψη πως η αναλογική προσέγγιση και ερμηνεία των σύγχρονων δεδομένων δεν θα απολήξει σε ουσιωδώς διαφορετικά συμπεράσματα.

  • Ομιλία του Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων της Κύπρου κ. Αδάμου Αδαμίδη στην Πανηγυρική συνεστίαση του Ροταριανού Ομίλου Πειραιά για τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου της 25ης Μαρτίου 1821

Ξενοδοχείο “ΧΑΝΔΡΗ” – αίθουσα “ΚΟΡΦΟΥ” 19 Μαρτίου 1997, 8.30 μ.μ. (απόσπασμα)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button