Greek Reports (Ελληνικά)

Το πραξικόπημα και το διπλό έγκλημα που ακολούθησε

Συνοψίζοντας, ενώ το πραξικόπημα ήταν παράνομο, αλλά βραχύβιο, οι δύο επακόλουθες τουρκικές εισβολές ήταν παράνομες, αλλά συνεχίζουν να επισκιάζουν την ΚΔ μέσω της μακρόχρονης κατοχής.

Άρα, αυτές οι τουρκικές εισβολές αποτελούν συνεχιζόμενο και ατιμώρητο διπλό έγκλημα.

Στις 10 Ιουνίου 2020, η φιλοκυβερνητική τουρκική εφημερίδα «Daily Sabah» αναπαρήγαγε μιαν ανάλυση του Mesut Hakki Casin, ενός έμπειρου καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Yeditepe στην Τουρκία, ο οποίος μίλησε για «την ειρηνευτική επιχείρηση [«peace operation»] της Τουρκίας στην Κύπρο» ( δείτε: Regional concerns, playing EU against Turkey behind Greece’s growing hostile approach ).

Αυτή ήταν μια ηχώ της φράσης που εφηύρε ο Bulent Ecevit, Πρωθυπουργός της Τουρκίας, σε μήνυμα που υποβλήθηκε στον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στις 20 Ιουλίου 1974, την ημέρα της πρώτης τουρκικής εισβολής της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ). Τότε, ο Πρωθυπουργός Ecevit ισχυρίστηκε ότι «οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ξεκινήσει μια ειρηνευτική επιχείρηση [«peace operation»]», η οποία «δεν είναι εισβολή, αλλά πράξη κατά μιας εισβολής», όπως ονόμασε το πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία στις 15 Ιουλίου 1974 αλλά μαγειρεύτηκε από τη μη δημοκρατική Χούντα στην Αθήνα ( Πηγή: έγγραφο του ΟΗΕ S/PV.1781, παράγραφος 224 ).

Με αφορμή την επέτειο του πραξικοπήματος, θα εξακριβώσω αν βγάζει νόημα ο υπαινιγμός ότι η τουρκική στρατιωτική αντίδραση ήταν ειρηνευτική και νόμιμη.

Το πραξικόπημα

Στις 31 Αυγούστου 1976, το Επαρχιακό Δικαστήριο της Λευκωσίας σημείωσε τα εξής στο τέλος της ποινικής υπόθεσης με κατηγορούμενο τον Νίκο Σαμψών, τον κατ’ όνομα «de facto» επικεφαλής του πραξικοπηματικού καθεστώτος στη Λευκωσία από τις 15 έως τις 23 Ιουλίου 1974 (και εξιλαστήριο θύμα):

«Ο κατηγορούμενος ευρέθη ένοχος επί της ιδικής του παραδοχής εις την κατηγορίαν διεξαγωγής πολεμικής φύσεως επιχειρήσεων, κατά παράβασιν των άρθρων 40, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικος, Κεφ. 154 [του 1959]» ( Πηγή: Ανακοινωθέν του ΓΤΠ της 31.8.1976 ).

Μετέπειτα, στη σχετική υπόθεση Δημοκρατία ν Νίκος Σαμψών (1991) 1 ΑΑΔ 858, μια ομόφωνη απόφαση οκτώ δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της ΚΔ αναφέρθηκε στο «εγκληματικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974».

Η πρώτη τουρκική εισβολή

Το πραξικόπημα έδωσε πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην ΚΔ. Έτσι, τα χαράματα της 20ής Ιουλίου 1974, η Τουρκία άρχισε να εφαρμόζει ένα προϋπάρχον νεο-αποικιακό τουρκικό σχήμα. Αυτό προέβλεπε το ακατέργαστο κατασκεύασμα μιας τουρκικής «ζώνης» στον βορρά της ΚΔ και την επιβολή μιας «αναγκαστικής ανταλλαγής πληθυσμών», η οποία θα προκαλούσε «μια υποχρεωτική μετακίνηση ανθρώπων» και, επομένως, την εθνοκάθαρση ( Πηγή: Έκθεση Galo Plaza, 26 Μαρτίου 1965, Έγγραφα του ΟΗΕ S/6253, παραγράφους 70-76 και 109-110 και S/6253/Corr.1 ).

Η ιστορική επιστολή Ecevit

Μετά την έναρξη της πρώτης τουρκικής εισβολής, τα επίσημα νομικά επιχειρήματα της Τουρκίας ενσωματώθηκαν σε μια ιστορική επιστολή στα Αγγλικά, με ημερομηνία 22 Ιουλίου 1974, από τον Πρωθυπουργό Ecevit προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Επειδή αποτελεί πειστικό στοιχείο της τουρκικής ανεντιμότητας και παραπλάνησης, αναπαράγω ολόκληρη την επιστολή:

«Αναμφίβολα θα θυμάστε ότι σας ενημέρωσα για τη μεγάλη μας ανησυχία σχετικά με τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στην Κύπρο και οι οποίες οδήγησαν στην καταστροφή της ανεξαρτησίας του Κυπριακού Κράτους [‘‘State of Cyprus’’] και την εξάλειψη των τελευταίων υπολειμμάτων του διεθνούς εγγυημένου συντάγματός του, εξελίξεις που ταυτόχρονα έθεσαν σε πολύ σοβαρό κίνδυνο την ασφάλεια της τουρκικής κοινότητας.

»Η Τουρκία, η οποία έχει την υποχρέωση με βάση τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 να διασφαλίσει την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και ασφάλεια της Δημοκρατίας της Κύπρου [‘‘ Republic of Cyprus’’], προσπάθησε να εκπληρώσει αυτήν την υποχρέωση σε συνεργασία με τις άλλες Εγγυήτριες Δυνάμεις. Αναμφίβολα γνωρίζετε ότι, δυστυχώς, αυτές οι προσπάθειες ήταν ασαφείς.

»Η Τουρκία, επομένως, έπρεπε να ενεργήσει μόνη της, με μοναδικό σκοπό να εκπληρώσει τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις της, όπως προβλέπει η Συνθήκη. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης που ξεκίνησε για τον σκοπό αυτό, τα τουρκικά στρατεύματα είχαν λάβει αυστηρές οδηγίες για να περιορίσουν τη χρήση όπλων σε περιπτώσεις αυτοάμυνας και στις απαιτήσεις του έργου που πρέπει να εκτελεστεί. Εάν τα γεγονότα έχουν αναπτυχθεί προς την παρούσα αξιοθρήνητη κατεύθυνση, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στις ένοπλες επιθέσεις των δυνάμεων που ελέγχονται και διοικούνται από ξένα στοιχεία, τα οποία, δυστυχώς, ανήκουν σε μια Εγγυήτρια Δύναμη [προφανώς η χουντική Ελλάδα], η οποία όντως έπρεπε να ενεργήσει σε συνεργασία με την Τουρκία σε αυτήν τον ειρηνική επιχείρηση [‘‘pacific operation’’].

»Ωστόσο, η Τουρκία, η οποία θεωρεί τον σεβασμό για τα Ηνωμένα Έθνη ως το μεγαλύτερο βασικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής της, αποφάσισε να ανταποκριθεί θετικά στην έκκληση για κατάπαυση του πυρός που μου έχετε αποστείλει σύμφωνα με το Ψήφισμα [ 353 ] του Συμβουλίου Ασφαλείας που εγκρίθηκε στις 20 Ιουλίου. Συνεπώς, απαραίτητες οδηγίες εκδίδονται στα τουρκικά στρατεύματα για να καταπαύσουν το πυρ από τις 1400 GMT στις 22 Ιουλίου 1974.

»Αποδεχτείτε, Εξοχότατε, τις διαβεβαιώσεις των υψηλότερων σεβασμών μου.

»Bulent Ecevit, Πρωθυπουργός της Τουρκίας».

( Πηγή: έγγραφο του ΟΗΕ S/11356, σελίδα 2 )

Για τουλάχιστον τέσσερεις λόγους, αυτά τα επιχειρήματα ήταν αναξιόπιστα.

Πρώτον, η τουρκική «ειρηνευτική επιχείρηση» δεν ήταν ειρηνευτική. Ήταν η πρώτη από δύο αλληλένδετες τουρκικές εισβολές που ισοδυναμούσαν με ένοπλες επιθέσεις, σε αντίθεση με τη γενική απαγόρευση, στο άρθρο 2(4) του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ του 1945, της «απειλής ή της χρήσης βίας, που εκδηλώνεται εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους» ( δείτε ).

Δεύτερον, ο Πρωθυπουργός Ecevit δεν είπε την αλήθεια όταν ισχυρίστηκε ότι η Τουρκία ενεργούσε προς όφελος της ΚΔ και ότι «μοναδικός σκοπός» της Τουρκίας ήταν «να εκπληρώσει τις… υποχρεώσεις της, όπως προβλέπει η Συνθήκη [Εγγυήσεων]». Αντιθέτως, είχε σκοπό την εφαρμογή του προαναφερθέντος τουρκικού σχήματος, με αποτέλεσμα την υπονόμευση της ΚΔ.

Τρίτον, παρά την κατάπαυση του πυρός που δέχθηκε να σεβαστεί ο Πρωθυπουργός Ecevit στις 22 Ιουλίου 1974, ακολούθησαν νέες επιθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της δεύτερης τουρκικής εισβολής. Αυτή άρχισε, χωρίς κανένα πρόσχημα, στις 14 Αυγούστου 1974, τρεις εβδομάδες μετά την κατάρρευση των χουντικών καθεστώτων στην Αθήνα και στη Λευκωσία.

Τέταρτον, η κάθε τουρκική εισβολή ήταν ασυμβίβαστη (ι) με τη νομική υποχρέωση της Τουρκίας, σύμφωνα με το άρθρο ΙΙ της Συνθήκης Εγγυήσεων, να αναγνωρίσει και να εγγυηθεί «την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και ασφάλεια» της ΚΔ, και (ιι) με τους περιορισμούς που επέβαλε η δεύτερη παράγραφος του άρθρου IV της ίδιας Συνθήκης, σύμφωνα με την οποία:

«Εφ’ όσον κοινή ή συντετονισµένη ενέργεια δεν ήθελεν αποδειχθή δυνατή, εκάστη των τριών εγγυητριών δυνάµεων επιφυλάσσει εαυτή το δικαίωµα όπως ενεργήση µε µόνον σκοπόν την επαναφοράν τής διά της παρούσης συνθήκης δηµιουργηθείσης καταστάσεως» ( Πηγή ).

Μια «καθιερωμένη αρχή»

Ακόμα κι αν γίνει δεκτό το αμφιλεγόμενο επιχείρημα ότι η πρώτη τουρκική εισβολή ήταν νόμιμη στη συγκεκριμένη στιγμή της έναρξής της, οποιαδήποτε νομιμότητα που μπορεί να είχε, ακυρώθηκε από την επακόλουθη ακραία συμπεριφορά των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων μέσω δολοφονιών, βιασμών, αναγκαστικών εξώσεων, βίαιων μεταφορών και άλλων απανθρώπων πράξεων.

Τα γράφω αυτά ενόψει της Συμπληρωματικής Απόφασης («Concurring Opinion») του Δικαστή Fitzroy D. Phillips σε μια υπόθεση, ΗΠΑ v Erhard Milch (1947), στο Στρατιωτικό Δικαστήριο των ΗΠΑ στη Νυρεμβέργη. Σε αυτήν, ο Δικαστής υπογράμμισε «την καθιερωμένη αρχή του νόμου ότι μία κατά τα άλλα επιτρεπόμενη πράξη γίνεται έγκλημα όταν διενεργείται με εγκληματικό τρόπο» («the established principle of law that an otherwise permissible act becomes a crime when carried out in a criminal manner») ( δείτε: σελίδα 693 ).

Υπάρχουν άφθονα στοιχεία ότι η Τουρκία ήταν υπεύθυνη για εγκλήματα που ακύρωσαν οποιαδήποτε νομιμότητα που μπορεί να είχε η πρώτη εισβολή όταν ξεκίνησε ( δείτε, π.χ.: «Applications Nos. 6780/74 and 6950/75: Cyprus Against Turkey: Report of the [European] Commission [of Human Rights], Volumes I and II», Council of Europe, 1979 ).

Παρανομία

Αυτές οι πραγματικότητες ίσως εξηγούν τη γνωμοδότηση για το Κόσοβο, της 22ης Ιουλίου 2010, του Διεθνούς Δικαστηρίου της Δικαιοσύνης. Εξήγησε ότι η «παρανομία» [«illegality»] των δήθεν προκηρύξεων της ανεξαρτησίας στα κατεχόμενα εδάφη της ΚΔ και σε δύο άλλα σημεία «προκύπτουν όχι μόνο από τον μονομερή χαρακτήρα των διακηρύξεων αυτών, αλλά από το γεγονός ότι ήσαν, ή θα ήσαν, συνδεδεμένες με την παράνομη [«unlawful»] χρήση βίας ή άλλες διαβόητες παραβιάσεις προνοιών του διεθνούς δικαίου, συγκεκριμένα με εκείνες επιτακτικού χαρακτήρα [jus cogens]» ( Πηγή , παράγραφος 81 ).

Συνοψίζοντας, ενώ το πραξικόπημα ήταν παράνομο, αλλά βραχύβιο, οι δύο επακόλουθες τουρκικές εισβολές ήταν παράνομες, αλλά συνεχίζουν να επισκιάζουν την ΚΔ μέσω της μακρόχρονης κατοχής. Άρα, αυτές οι τουρκικές εισβολές αποτελούν συνεχιζόμενο και ατιμώρητο διπλό έγκλημα.

  • Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου UCLan Cyprus
  • Δημοσιεύθηκε επίσης στην εφημερίδα η σημερινή

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button