Greek Reports (Ελληνικά)

Προς μια ψηφιακή Κύπρο: Ποιες οι απαιτήσεις της ψηφιοποίησης της εκπαίδευσης για σκοπούς οικονομικής επανατροχοδρόμησης;

Υπό το σλόγκαν «Τροχοδρόμηση της ψηφιακής Κύπρου», την τελευταία πενταετία η Κυπριακή Δημοκρατία καταβάλλει έντονες προσπάθειες ανάπτυξης, εφαρμογής και αξιολόγησης μιας ολοκληρωμένης εθνικής ψηφιακής στρατηγικής.

Ο πολυσχιδής χαρακτήρας της επιχειρηματολογίας που έχει αναπτυχθεί προς αιτιολόγηση του φιλόδοξου αυτού εγχειρήματος περιλαμβάνει τόσο βραχυπρόθεσμες, όσο και μακροπρόθεσμες προοπτικές αναφορικά στην οικονομική επανατροχιοδρόμηση του νησιού. Σαφέστατα, ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης διαμέσου της παροχής δημόσιων ηλεκτρονικών υπηρεσιών δύναται να επιφέρει όχι μόνο δημοσιονομική εξοικονόμηση, αλλά και διευκόλυνση των επενδύσεων διαμέσου της άρσης του εμποδίου της γραφειοκρατίας. Επιπροσθέτως, επιθυμητή κρίνεται και η παροχή εναυσμάτων και διευκολύνσεων για σκοπούς ψηφιακής επιχειρηματικότητας, αλλά και προώθησης των οικολογικών τεχνολογιών.

Πέραν των προαναφερομένων παραμέτρων, στο εθνικό πλάνο γίνεται ιδιαίτερη μνεία και αναφορά στην ψηφιοποίηση της μάθησης και της εκπαίδευσης στοχεύοντας στην ενδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού και την ενίσχυση της συμμετοχής στην κοινωνία των πολιτών διαμέσου της ανάπτυξης της ψηφιακής πολιτότητας. Στη διεθνή έρευνα και βιβλιογραφία, η ψηφιοποίηση της εκπαίδευσης θεωρείται ως ο ακρογωνιαίος λίθος της ευρύτερης ψηφιοποίησης υπό την έννοια της προετοιμασίας μέσω της εκπαίδευσης των νεαρών ατόμων για σκοπούς δράσης, αλληλεπίδρασης, εργοδότησης και αποτελεσματικότητας στη σύγχρονη ψηφιοποιημένη και παγκοσμιοποιημένη αγορά. Τι σημαίνει όμως ψηφιοποίηση της εκπαίδευσης; H ψηφιοποίηση της εκπαίδευσης αναφέρεται στην ενσωμάτωση καινοτόμων εκπαιδευτικών τεχνολογιών στην εκπαιδευτική διαδικασία προσβλέποντας στο άνοιγμα του σχολείου και της σχολικής τάξης στον ψηφιακό κόσμο του διαδικτύου, γεγονός που επαναπροσδιορίζει τις σχέσεις εκπαιδευτικών και μαθητών επιτρέποντας την ψηφιακή (πέραν της συμβατικής) τους αλληλεπίδρασης.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι χώρες που έχουν προχωρήσει στην ψηφιοποίηση του εκπαιδευτικού τους συστήματος φαίνεται να αποδίδουν καλύτερα σε διεθνείς αξιολογήσεις όπως η PISA. Η επιταγή για ψηφιοποίηση της εκπαίδευσης διαφαίνεται από διάφορες εμπειρικές έρευνες οι οποίες υπογραμμίζουν τη συσχέτιση μεταξύ του ΑΕΠ και των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων μιας χώρας αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι μια αύξηση της τάξεως των 25 μονάδων στη βαθμολογία μιας χώρας στην αξιολόγηση PISA ισοδυναμεί με επιστροφή 100.000 δολαρίων για κάθε πολίτη. Παρά τα προαναφερόμενα τεράστια οφέλη που αποδίδονται στην ψηφιοποίηση της εκπαίδευσης, η παγκόσμια εκπαιδευτική αγορά μόλις πρόσφατα άρχισε να ψηφιοποιείται. Σε σύγκριση με την ψηφιοποίηση ήδη του 35% της διεθνούς βιομηχανίας ψυχαγωγίας, υπολογίζεται ότι μόνο το 5% της παγκόσμιας αγοράς εκπαίδευσης έχει επί του παρόντος ψηφιοποιηθεί. Ερευνητικά διαφαίνεται ότι ο χρονοβόρος χαρακτήρας της ψηφιακής ενσωμάτωσης στον εκπαιδευτικό χώρο αφορά στις συχνά ανασταλτικές στάσεις και αντιλήψεις, αλλά και στην ελλιπή ψηφιακή κατάρτιση των άμεσα εμπλεκομένων συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών ιθυνόντων στη λήψη αποφάσεων, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των σχολείων, των διαφόρων εκπαιδευτικών φορέων, αλλά και των ίδιων των εκπαιδευτικών, των γονέων και των μαθητών.

Μεταφερόμενοι στο κυπριακό συγκείμενο, η στρατηγική ψηφιοποίησης της εκπαίδευσης κωδικοποιήθηκε σε συγκεκριμένες δράσεις που αφορούν μεταξύ άλλων στη διασύνδεση όλων των δημοσίων σχολείων με το Κέντρο Δεδομένων αλλά και με το υπόλοιπο Δίκτυο Δημόσιων Υπηρεσιών με συνδέσεις υψηλών ταχυτήτων, τον εξοπλισμό των σχολείων με διαδραστικούς πίνακες και ηλεκτρονικούς υπολογιστές (κατ’ αντιστοιχία ένας υπολογιστής ανά μαθητή/τρια) καθώς και τη λειτουργία εργαστηριών πληροφορικής και πολυμέσων σε κάθε σχολείο, αλλά και την ψηφιοποίηση του περιεχομένου όλων των μαθημάτων όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης. Μία από τις σημαντικότερες, κατά την άποψή μου, πτυχές της κυπριακής στρατηγικής ψηφιοποίησης της εκπαίδευσης αποτελεί η πρόταση για ανάπτυξη εφαρμογών εξ αποστάσεως διδασκαλίας. Οι εν λόγω εφαρμογές αφορούν τόσο σε σύγχρονες (ζωντανές εικονικές τάξεις), όσο και ασύγχρονες (ετεροχρονισμένη πρόσβαση σε οπτικογραφημένα μαθήματα και διαλέξεις). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σχεδόν όλα τα κυπριακά πανεπιστημιακά ιδρύματα (ιδιωτικά και δημόσια) έχουν ήδη αναπτύξει μεταπτυχιακά προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης με σκοπό τη χωροχρονική διευκόλυνση των φοιτητών που διαμένουν τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό.

Η καλλιέργεια του ψηφιακού γραμματισμού είναι εκ των ων ουκ άνευ για την επιτυχή εφαρμογή της ψηφιακής στρατηγικής της Κύπρου. Δυστυχώς όμως, παρά το γεγονός ότι στην ίδια την εθνική μας στρατηγική υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα ανάπτυξης και αξιολόγησης των δεξιοτήτων των μαθητών/τριων στη διαχείριση των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας, αλλά και των δεξιοτήτων αξιολόγησης της ίδιας της πληροφορίας, η εκπαιδευτική πραγματικότητα απέχει κατά παρασάγγας από την πολιτική ρητορική. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα πώς μπορούμε να καταρτίσουμε ψηφιακά τους νεαρούς πολίτες τη στιγμή που τα τεχνολογικά εργαλεία και μέσα με τα οποία εξοπλίζουμε τις σχολικές μας τάξεις είναι σχεδόν ανύπαρκτα; Πώς μπορούμε να στοχεύσουμε στην αξιοποίηση ψηφιακού εκπαιδευτικού υλικού όταν η ασύρματη σύνδεση απαγορεύεται διά κανονισμού στα σχολεία; Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η κάθε τάξη σ’ ένα δημοτικό σχολείο διαθέτει έναν και μοναδικό ηλεκτρονικό υπολογιστή παρωχημένης τεχνολογίας, ενώ σε περίπτωση δυσλειτουργίας ο/η εκάστοτε εκπαιδευτικός που έχει αναλάβει την υπευθυνότητα των ηλεκτρονικών υπολογιστών στην αρχή της σχολικής χρονιάς καλείται να διαχειριστεί το πρόβλημα αναλαμβάνοντας τον ρόλο του τεχνικού υπολογιστών. Επιπροσθέτως, ο εξοπλισμός των σχολικών τάξεων με διαδραστικούς πίνακες στις πλείστες περιπτώσεις είναι αποτέλεσμα της γενναιόδωρης προσφοράς του συνδέσμου γονέων και κηδεμόνων του συγκεκριμένου σχολείου.

Αδιαμφισβήτητα, η εθνική στρατηγική ψηφιοποίησης της εκπαίδευσης πρέπει να μεταφραστεί σε πιο στοχευμένα, συγκεκριμένα και βραχύτερης διάρκειας σχέδια δράσης (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να εντάσσονται σ’ έναν μακρόπνοο σχεδιασμό) τα οποία θα προσαρμοστούν στην υφιστάμενη τεχνολογική πραγματικότητα που χαρακτηρίζει τα σχολεία μας. Έστω κι αν μια τέτοια δήλωση φαινομενικά παραπέμπει σε νηπιακά βήματα, προκειμένου όντως να εξασφαλίσουμε την ψηφιακή εξέλιξη του κυπριακού εκπαιδευτικού χώρου είναι προτιμότερο να καταπιαστούμε με χειροπιαστούς, παρά με φαινομενικά μεγαλεπήβολους, αλλά ουσιαστικά μη εφαρμόσιμους με βάση την παρούσα κατάσταση στόχους. Η ψηφιοποίηση της εκπαίδευσης δεν μπορεί να επέλθει χωρίς τον σταδιακό και μελετημένο εξοπλισμό των σχολείων με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, αλλά και την απαραίτητη τεχνολογική κατάρτιση των εκπαιδευτικών. Επιπροσθέτως, επιβάλλεται η αναδιαμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων προκειμένου να συμπεριληφθούν μαθήματα στις νέες τεχνολογίες από τις μικρότερες τάξεις του δημοτικού σχολείου. Χαρακτηριστικά, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο που έχει υιοθετήσει από το 2015 την υποχρεωτική διδασκαλία των μαθημάτων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας και του προγραμματισμού από την ηλικία των 5 ετών. Εξίσου σημαντική είναι και η αναδιαμόρφωση του περιεχομένου και του τρόπου διδασκαλίας του μαθήματος των ηλεκτρονικών υπολογιστών στη μέση εκπαίδευση αφού δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα πρότυπα.

Κλείνοντας, μία σημαντική πτυχή η οποία κατά την άποψή μου απουσιάζει παντελώς από την υπό εξέλιξη στρατηγική ψηφιοποίησης της εκπαίδευσης και πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη είναι η ανάπτυξη και αξιοποίηση των ψηφιακών κοινοτήτων μάθησης και πράξης μεταξύ των εκπαιδευτικών, αλλά και άλλων ιθυνόντων. Ως ψηφιακές κοινότητες μάθησης και πράξης ορίζονται οι διαδικτυακές ομάδες ατόμων που μοιράζονται κοινές ανησυχίες ή πάθος για ένα συγκεκριμένο θέμα ή επιζητούν την επίλυση κοινών προβλημάτων και για τον λόγο αυτό επιχειρούν να εμβαθύνουν τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη τους σ’ αυτόν τον τομέα διαμέσου της συνεχούς τους διαδικτυακής αλληλεπίδρασης. Τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποιήσαμε στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας καταδεικνύουν ότι η ανάπτυξη τέτοιων ψηφιακών κοινοτήτων δύναται να επιτρέψει τη συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών στα πλαίσια της διά βίου μάθησης προκειμένου οι εκπαιδευτικοί να εξελίσσονται διαρκώς ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικότερα στις ραγδαία μεταβαλλόμενες εκπαιδευτικές προκλήσεις τις οποίες αδυνατούν να καλύψουν τα παραδοσιακά μοντέλα επιμόρφωσης. Συμπερασματικά, θεωρώ ως ύψιστης σημασίας την ανάπτυξη σχετικής πλατφόρμας που θα επιτρέπει τη ψηφιακή διάδραση και συνεργασία των εκπαιδευτικών διευκολύνοντας τη συμμετοχική ανάπτυξη διδακτικού ρεπερτορίου και κοινών εκπαιδευτικών πόρων, όπως κοινή επαγγελματική γλώσσα, οικείες ρουτίνες, εργαλεία και πόρους.

  • Αναδημοσίευση από το περιοδικό Economy Today
  • Δρ. Χριστίνα Χατζησωτηρίου, PhD in Education, University of Cambridge, UK – Επίκουρη Καθηγήτρια στη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button