Greek Reports (Ελληνικά)

Μπορεί η εκπαίδευση ενηλίκων να μειώσει τους δείκτες της ανεργίας στην Κύπρο;

Με βάση τα στατιστικά που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα από τη Eurostat, τη στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ανεργία στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 2018 ανήλθε στο ποσοστό του 9,2% το οποίο μεταφράζεται σε 41.000 άτομα.

Τα ποσοστά ανεργίας φαίνεται να είναι υψηλότερα για τις γυναίκες συγκριτικά με τους άντρες, καθώς και για τους νέους συγκριτικά με μεγαλύτερα ηλικιακά άτομα.

Λαμβάνοντας υπόψη τους υψηλούς δείκτες ανεργίας, οι οποίοι συμμαρτυρούν την ανάγκη επανεκπαίδευσης για σκοπούς πρόσκτησης νέων δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, η εκπαίδευση των ενηλίκων δύναται να αποτελέσει ένα σημαντικό μέσο για την καταπολέμηση της οικονομικής κρίσης σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συνεπώς και στην Κύπρο.

Η αναγκαιότητα αυτή αναγνωρίστηκε ουσιαστικά στην Κύπρο μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Ορόσημα στην εξέλιξη της κυπριακής πολιτικής για την εκπαίδευση ενηλίκων αποτέλεσαν οι επικυρώσεις των Εθνικών Στρατηγικών Δια Βίου Μάθησης 2007-2013 και 2014-2020 από το Υπουργικό Συμβούλιο, οι οποίες υπογραμμίζουν τους ακόλουθους τομείς ενδιαφέροντος:

  • την προώθηση της πρόσβασης όλων των πολιτών της Κύπρου στα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, και την παράλληλη σύνδεσή τους με την αγορά εργασίας,
  • τη διεξαγωγή ερευνών οι οποίες αξιολογούν τα κοινωνικο-οικονομικά αποτελέσματα των πολιτικών και δραστηριοτήτων δια βίου μάθησης,
  • τη βελτίωση των υποδομών για την εφαρμογή δραστηριοτήτων δια βίου μάθησης,
  • την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών και εργαλείων διακυβέρνησης στα συστήματα διά βίου μάθησης,

Και στις δύο Εθνικές Στρατηγικές υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα ενίσχυσης της απασχολησιμότητας, και ως εκ τούτου της ενσωμάτωσης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, διαμέσου της ανάπτυξης κατάλληλων και αποτελεσματικών πολιτικών και προγραμμάτων δια βίου μάθησης στα πλαίσια της εκπαίδευσης ενηλίκων.

Για σκοπούς οριοθέτησης του πεδίου, η εκπαίδευση ενηλίκων στην Κύπρο χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: τυπική, άτυπη, και επαγγελματική. Προγράμματα τυπικής εκπαίδευσης προσφέρονται από τα απογευματινά γυμνάσια και τεχνικές σχολές για ενήλικες που εγκατέλειψαν πρόωρα τη σχολική εκπαίδευση, αλλά και από τα Μεταλυκειακά Ινστιτούτα Εκπαίδευσης και Κατάρτισης. Παραδείγματα προγραμμάτων αποτελούν η αρτοποιία-ζαχαροπλαστική ή οι ηλεκτρομηχανολογικές και ψυκτικές εγκαταστάσεις. Προγράμματα άτυπης εκπαίδευσης διεξάγονται από τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων, τα Κρατικά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, την Κυπριακή Ακαδημία Δημόσιας Διοίκησης και άλλους ιδιωτικούς φορείς όπως πανεπιστήμια, κολέγια και ΜΚΟ. Τα προγράμματα των απογευματινών Ανοικτών Σχολείων ή των Πανεπιστημίων των Πολιτών ανήκουν επίσης σ’ αυτή την κατηγορία. Προγράμματα Η/Υ, λογιστικής, και εκμάθησης ξένων γλωσσών, καθώς και προγράμματα χορού, μουσικής και άθλησης αποτελούν μόνο κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα. Εντούτοις, η φοίτηση σε προγράμματα άτυπης εκπαίδευσης οδηγεί συχνά στην πρόσκτηση πιστοποιητικών συμμετοχής τα οποία έχουν μηδαμινό αντίκτυπο στην πιθανή εργοδότηση ή επαγγελματική ανέλιξη των ατόμων. Τέλος, η επαγγελματική εκπαίδευση ενηλίκων στοχεύει στη βελτίωση των δεξιοτήτων των ατόμων που εργάζονται σε τεχνικούς τομείς προσφέροντας ευκαιρίες κατάρτισης σε ανειδίκευτους ή ημι-ειδικευμένους εργαζόμενους. Οι φορείς παροχής της περιλαμβάνουν τόσο κρατικά ή ημι-κρατικά ιδρύματα, όπως το Κέντρο Παραγωγικότητας, όσο και ιδιωτικούς φορείς, τα προγράμματα των οποίων συχνά επιχορηγούνται από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (ΑΝΑΔ).

Παρά τη γενικότερη αναγνώριση της σημαντικότητας της εκπαίδευσης ενηλίκων στην αντιμετώπιση ζητημάτων που άπτονται της ανεργίας και της απασχολησιμότητας, αρκετές προκλήσεις εξακολουθούν να υφίστανται στην ανάπτυξη και εφαρμογή σχετικών προγραμμάτων. Αρχικά, η ανεπαρκής χρηματοδότηση λειτουργεί ως τροχοπέδη στη διεύρυνση της συμμετοχής και της βελτίωσης της ποιότητας της εκπαίδευσης ενηλίκων (μόνο 1-1,9% του συνολικού προϋπολογισμού καταλήγει στην εκπαίδευση ενηλίκων). Επιπροσθέτως, η μειωμένη συμμετοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα, ιδίως όσον αφορά στην επίσημη παροχή προγραμμάτων από το κράτος. Από τη μία πλευρά, η Κύπρος υπερβαίνει τα ποσοστά της ΕΕ για συμμετοχή σε προγράμματα άτυπης εκπαίδευσης και = = =

κατάρτισης (λ.χ. 39,5% έναντι 32,7% το 2007). Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η Κύπρος παρουσιάζει πολύ χαμηλότερα ποσοστά από τα ευρωπαϊκά ποσοστά συμμετοχής στην επίσημη εκπαίδευση και κατάρτιση (λ.χ. 2,9% έναντι 6,3% το 2007). Αξίζει να σημειωθεί ότι ενήλικες με χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης (οι οποίοι και διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο ανεργίας) παρουσιάζουν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα συμμετοχής σε προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, σε αντίθεση με αποφοίτους της ανώτερης δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την Κυπριακή Έκθεση του 2011 σχετικά με το Σχέδιο Δράσης για την Εκπαίδευση Ενηλίκων, αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι η ΑΝΑΔ επιχορηγεί κυρίως την εκπαίδευση και κατάρτιση των ήδη απασχολούμενων ενήλικων.

Επιπροσθέτως, μια εξίσου σημαντική πρόκληση στην εκπαίδευση ενηλίκων στην Κύπρο, είναι η ενίσχυση της συμμετοχής των ευάλωτων ομάδων. Δυστυχώς, το κυπριακό κράτος δεν έχει ακόμη αναπτύξει σαφείς πολιτικές και στρατηγικές, ούτε έχει θέσει συγκεκριμένους δείκτες αναφοράς, σχετικά με τη συμμετοχή ομάδων που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο του εργασιακού εξοστρακισμού, όπως άτομα με αναπηρίες, ομάδες μεταναστών, προσφύγων ή μειονοτήτων, οικονομικά ανενεργές γυναίκες, ηλικιωμένοι και μακροχρόνια άνεργοι. Οι προαναφερθείσες ομάδες συχνά δεν διαθέτουν τους οικονομικούς πόρους ή τα απαιτούμενα προσόντα για να εισέλθουν σε συγκεκριμένα προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων. Ταυτοχρόνως, η πρόσβασή τους στην πληροφόρηση σχετικά με τις παρεχόμενες ευκαιρίες εκπαίδευσης ενηλίκων είναι περιορισμένη. Τα υφιστάμενα κυπριακά προγράμματα συχνά δίνουν προτεραιότητα στην ενίσχυση της απασχολησιμότητας αποκλειστικά με βάση τους «κανόνες» της αγοράς. Μια τέτοια προσέγγιση είναι επιζήμια για ενήλικες που ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες οι οποίες θεωρούνται λιγότερο αποδοτικές για την αγορά. Ως εκ τούτου, τα άτομα αυτά αφού αποκλείονται από περαιτέρω ευκαιρίες εκπαίδευσης ή κατάρτισης, εξακολουθούν να παραμένουν παγιδευμένοι στα γρανάζια της ανεργίας και της υπο-απασχόλησης.

Ποιες είναι όμως οι προτάσεις μας για την ενίσχυση της εκπαίδευσης ενηλίκων; Χαιρετίζουμε τις προτάσεις που παρουσιάστηκαν στην ευρωπαϊκή έκθεση του 2011 αναφορικά στο Σχέδιο Δράσης για την Εκπαίδευση Ενηλίκων στην Κύπρο. Στη βάση αυτή, εισηγούμαστε τη δημιουργία αποκεντρωμένων Κέντρων Προσανατολισμού και Συμβουλευτικής, όπου επαρκώς καταρτισμένοι σύμβουλοι θα παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε διάφορες κοινωνικο-οικονομικές ομάδες, και κυρίως στις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού. Επιπλέον, κατά το σχεδιασμό και την εφαρμογή πιο προσιτών προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων είναι σημαντικό να αναγνωριστεί η οικονομική προσιτότητα και τα κίνητρα χρηματοδότησης, αλλά και η ευελιξία και η ευκολία όσον αφορά στον χρόνο και χώρο διεξαγωγής τους. Η χρηματοδότηση – για σκοπούς επιδότησης τελών – θα πρέπει επίσης να προβλέπεται για προγράμματα που απευθύνονται σε ενήλικες που στερούνται δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε αντίθεση με τα υφιστάμενα μοντέλα επιδότησης της ΑΝΑΔ. Επιπλέον, για λόγους ευελιξίας και ευκολίας, προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να επεκταθούν πέρα από την επίσημη πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ώστε να συμπεριλάβουν την παροχή άτυπης και επαγγελματικής εκπαίδευσης ενηλίκων. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να παρέχονται οικονομικά και άλλα κίνητρα για σκοπούς ενδοεταιρικών μαθησιακών δραστηριοτήτων. Τέλος, υπογραμμίζουμε την αναγκαιότητα ίδρυσης ενός Κυπριακού Οργανισμού Διασφάλισης Ποιότητας και Διαπίστευσης, ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για την εξωτερική αξιολόγηση των ιδρυμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων, καθώς και για την πιστοποίηση σχετικών προγραμμάτων στη βάση ενός επίσημου συστήματος αναγνώρισης και επικύρωσης προηγούμενης μάθησης ή εργασιακής εμπειρίας το οποίο δυνητικά μπορεί να λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς εργοδότησης και επαγγελματικής ανέλιξης.

  • Αναδημοσίευση από το περιοδικό Economy Today
  • Δρ. Χριστίνα Χατζησωτηρίου, PhD in Education, University of Cambridge, UK – Επίκουρη Καθηγήτρια στη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button