Greek Reports (Ελληνικά)

Δυο λόγια περί “αριστείας”

Υπάρχει μία πολιτική τάξη στην Ελλάδα (όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά ας επικεντρωθούμε εκεί) τους οποίους θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «εστέτ λαϊκιστές.

Ελπίζω να μου δοθεί η ευκαιρία κάποια άλλη στιγμή να εξηγήσω λεπτομερέστερα τί εννοώ αλλά, για τώρα, αρκεί το εξής.

Οι εστέτ λαϊκιστές είναι εστέτ γιατί είναι κενοί περιεχομένου και μεταμφιέζουν την κενότητά τους με ένα κακέκτυπο μιας συγκεκριμένης αισθητικής την οποία έχουν ξεσηκώσει από την Εσπερία. Ο δε λαϊκισμός τους είναι διαφορετικός από εκείνον που υπόσχεται στους πολλούς να ικανοποιήσει την παραμικρή τους επιθυμία. Οι εστέτ λαϊκιστές θεωρούν εαυτούς σαν μια ποιοτικά διαφορετική κάστα. Είναι προσεκτικοί, βέβαια. Δεν παρουσιάζονται στους πολλούς ως ανώτεροι, αν και συχνά παρασύρονται και δεν μπορούν να κρύψουν την, ανεξήγητη, αλαζονεία τους, αλλά απλά ως καταλληλότεροι για ορισμένες δουλειές. «Έκαστος εφ ω ετάχθη«, λένε δηλαδή στους πολλούς. Για να εμπεδώσουν αυτή την κοινωνική στασιμότητα, από την οποία οι ίδιοι και οι φίλοι τους βγαίνουν ασφαλώς ευνοημένοι, αναπαράγουν στερεότυπα όπως αυτά περί «αστικής ευγένειας» (κι αυτό το κλισέ χρειάζεται πέρασμα ένα χεράκι κάποια στιγμή), «παιδείας», «υπευθυνότητας» και ούτε καθεξής.

Το κεντρικότερο σύνθημα/κλισέ στην ρητορική των εστέτ λαϊκιστών είναι εκείνο περί  «αριστεία». Βουλευτικές εκλογές πλησιάζουν άρα χωρίς αμφιβολία θα την ξεσκονίσουν και θα αρχίσουν να την κραδαίνουν σε κάθε ευκαιρία.

Παρά την κατάχρησή της, όμως, είναι αδύνατον να εντοπίσει κανείς ξεκάθαρα τί νόημα δίνουν οι εστέτ λαϊκιστές στην έννοια της αριστείας, τόσο που εύλογα θα αναρωτιόταν κάποιος εάν δεν θέλουν κι οι ίδιοι να εξηγηθούν σαφώς. Πρέπει, λοιπόν, να καταβάλουμε λίγη προσπάθεια ώστε να ανακατασκευάσουμε το επιχείρημα με τρόπο κατά το δυνατόν συνεπή με την υπόλοιπη ρητορική τους. Θα δούμε στο τέλος πως το επιχείρημα στερείται συνοχής και, όπως κάθε λαϊκιστικό σλόγκαν, καλύπτει μια εντελώς διαφορετική ατζέντα.

Η ισχυρότερη εκδοχή είναι πως η αριστεία είναι διανεμητικό κριτήριο. Με άλλα λόγια, ορισμένες δημόσιες θέσεις με υψηλότερες απολαβές (ας τις πούμε άριστες θέσεις για συντομία) πρέπει να δίνονται στους άριστους και όχι στους μέτριους (ας υποθέσουμε για τώρα πως η διάκριση μεταξύ μέτριων και άριστων ισχύει) ακριβώς επειδή είναι άριστοι.

Η πρόταση αυτή από μόνη της, όμως, δεν μας λέει πολλά· χρειάζεται περιεχόμενο. Γιατί να καθορίζει η αριστεία ποιος παίρνει τί;

α) Ένας πιθανός λόγος είναι πως θέλουμε αυτές οι θέσεις να πηγαίνουν στους αρίστους (ενδεχομένως γιατί συνοδεύονται από ιδιαίτερες ευθύνες που απαιτούν ιδιαίτερα προσόντα κοκ) και οι απολαβές αποτελούν κίνητρο για εκείνους να τις καταλαμβάνουν. Γι’αυτόν τον λόγο οι απολαβές και λοιπές συνθήκες εργασίας πρέπει να είναι καλύτερες απ’όσο για άλλα πόστα.

Οι άριστες θέσεις, όμως, υπάρχουν μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν είναι αποκλειστικά άριστο. Η ύπαρξη και αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται και από την υποστήριξη που παρέχεται από μέτριες θέσεις. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να καλυφθούν κι αυτές. Πώς θα γίνει αυτό;

Ένας τρόπος είναι να αφεθούν οι μέτριες θέσεις στους κανόνες της αγοράς. Εάν η ζήτηση εργασίας από μετρίους ξεπερνάει την προσφορά, τότε οι μέτριοι θα αναγκαστούν να εργαστούν με όποιες απολαβές κι αν είναι διαθέσιμες. Αυτό προφανώς εγείρει σημαντικά ζητήματα άνισης μεταχείρισης. Υποψιάζομαι πως οι εστέτ λαϊκιστές θα δέχονταν αυτή την προοπτική ανενδοίαστα αλλά, αν είναι έτσι, θα πρέπει επίσης να το παραδεχτούν ευθαρσώς.

Όπως και να’χει, εάν τα κίνητρα που δίνονται στους μετρίους για την κατάληψη μετρίων θέσεων είναι πενιχρά, τότε υπάρχει ο κίνδυνος κι εκείνοι να γυρίσουν την πλάτη τους σ’αυτές τις θέσεις. Να στραφούν, για παράδειγμα, σε ακόμη υποδεέστερες θέσεις, να προτιμήσουν την ανεργία, να επενδύσουν χρόνο στο να μετεκπαιδευθούν ώστε να αριστεύσουν κι αυτοί, να μεταναστεύσουν κοκ. Αυτό προφανώς θέτει σε κίνδυνο και τις άριστες θέσεις οι οποίες ή θα μείνουν ολωσδιόλου ανυποστήρικτες ή θα υποστηρίζονται από τους λιγότερο από μετρίους, τους οποίους ας πούμε κακούς, οι οποίοι θα έχουν καταλάβει τις μέτριες θέσεις ελλείψει ζήτησης από τους μετρίους. Αυτό το ενδεχόμενο πρέπει ασφαλώς να αποφευχθεί κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την παροχή κατάλληλων κινήτρων στους μετρίους.

Ας πούμε όμως πως η πρόληψη αποτυγχάνει και πως φτάνουμε σε μια στιγμή που τυχαίνει η ζήτηση για μέτριες θέσεις να είναι χαμηλή κι η προσφορά ψηλή ενώ τυχαίνει ταυτόχρονα να ισχύει το αντίθετο για τις άριστες θέσεις. Σ’αυτή την περίπτωση, τα κίνητρα πρέπει να προσαρμοστούν ανάλογα. Θα πρέπει είτε να προσφερθούν στους μέτριους απολαβές καλύτερες απ’ό,τι στους αρίστους ώστε να πληρωθούν οι μέτριες θέσεις ή θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στους υπεράριθμους αρίστους για να καταλάβουν μέτριες θέσεις. Έτσι κι αλλιώς, οι άριστοι καταλήγουν με κάτι λιγότερο απ’ό,τι το διανεμητικό μοντέλο τους υποσχέθηκε, διότι η διανομή θέσεων και απολαβών δεν καθορίζεται πια από την αριστεία αλλά από τον ανταγωνισμό.

Προκύπτει, λοιπόν, πως η αριστεία ως κίνητρο δεν μπορεί από μόνη να έχει το διανεμητικό αποτέλεσμα που της αποδίδουν οι εστέτ λαϊκιστές.

Υπάρχει, όμως, κι ένας ακόμη, ανεξάρτητος λόγος για τον οποίον η αριστεία δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο κι αυτός έχει να κάνει με την ίδια την έννοια. Το επιχείρημα απαιτεί πολύ περισσότερο χώρο οπότε μπορώ μόνο να το θίξω κι όχι να το αναπτύξω διεξοδικά.

Το εάν είναι κάποιος άριστος δεν είναι ανεξάρτητο από τις προθέσεις του. Κάποιος αριστεύει σε κάποιον τομέα μόνο εάν δρα στη βάση των σωστών λόγων. Οι λόγοι αυτοί αντλούνται από την ίδια την αξιακή σύσταση του τομέα δραστηριοποίησης. Αριστεύει, λοιπόν, κάποιος, όχι μόνο εάν πετυχαίνει την πρωτιά, ας πούμε, σε ένα αγώνισμα αλλά και μόνο εάν αγωνίζεται για να πραγματώσει κάποια από τις αξίες που στηρίζουν το αγώνισμα (για παράδειγμα, η άσκηση των απαιτούμενων ικανοτήτων, ο θεμιτός ανταγωνισμός, ακόμη κι η πρωτιά από μόνη της μπορεί να είναι αξία). Εάν, όμως, κάποιος δρα με βάση κάποιο εξωτερικό κίνητρο, τότε η δράση του διαφθείρεται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αριστεύσει αν και καταφέρνει να πετύχει ένα αποτέλεσμα. Το να πριμοδοτεί, λοιπόν, το κράτος τους δήθεν αρίστους, όχι μόνο δεν προωθεί την αριστεία αλλά κάνει ακριβώς το αντίθετο. Ενθαρρύνει την ανηθικότητα του να επιδιώκει κάποιος κάτι έμφυτης αξίας μόνο και μόνο για να εξαργυρώσει την επιτυχία του με κάτι ξένο προς την δραστηριότητα.

β) Η δεύτερη πιθανή ερμηνεία της ιδέας της αριστείας ως διανεμητικό κριτήριο είναι πως οι άριστοι αξίζουν καλύτερες θέσεις και απολαβές.

Και σ’αυτήν τη σχέση προφανώς κάτι λείπει. Όταν λέμε ότι κάποιος αξίζει κάτι εννοούμε πως υπάρχει λόγος να επιβραβευθεί (ή και να τιμωρηθεί αλλά αυτή είναι άλλη υπόθεση) για κάποια του πράξη. Γιατί λοιπόν να είναι έτσι τα πράγματα για τους αρίστους;

Οι εστέτ λαϊκιστές υπονοούν πως οι άριστοι αξίζουν να επιβραβευθούν επειδή κατάφεραν να αριστεύσουν. Διακρίνουν, δηλαδή, την αριστεία ως κατόρθωμα από την αριστεία ως διαδικασία υπό συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες. Εάν, όμως, το ζήτημα είναι το αξιέπαινο της αριστείας, η διάκριση αυτή δεν έχει εφαρμογή. Για παράδειγμα, θα ήταν ανόητο να πούμε πως είναι αξιέπαινο κατόρθωμα ότι εισπνέουμε κι εκπνέουμε επιτυχημένα αδιάλλειπτα αλλά απολύτως εύλογο εάν για κάποιο παθολογικό αίτιο η αναπνοή μας είναι δυσκολότερη και χρειάζεται να καταβάλλουμε προσπάθεια. Επίσης, το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο αξιέπαινο σε συνάρτηση από το πώς επιτεύχθηκε. Μπορεί να είναι δύσκολο και αξιέπαινο να διασχίσεις μια μανιασμένη θάλασσα με μηχανοκίνητο κότερο αλλά είναι πολύ δυσκολότερο, και περισσότερο αξιοθαύμαστο, να το καταφέρεις κωπηλατώντας.

Προκύπτει λοιπόν πως ενδεχομένως να μην είναι όλοι οι άριστοι αξιέπαινοι (φανταστείτε, ας πούμε, κάποιον ο οποίος έχει μία φυσιολογική ιδιαιτερότητα που τον κάνει άκοπα άριστο σε κάποιο άθλημα) και σίγουρα δεν είναι όλοι οι άριστοι εξίσου αξιέπαινοι. Κάποιοι αξίζουν να επιβραβευθούν περισσότερο από άλλους έστω κι αν όλοι πετυχαίνουν το ίδιο αποτέλεσμα. Δεν αρκεί δε το περαιτέρω βραβείο να είναι απλώς ηθικό, ανεπίσημο, παράπλευρο, ένα χτύπημα δηλαδή στην πλάτη και «μπράβο που τα κατάφερες παρά τις δυσκολίες»· πρέπει να είναι υλικό άμεσα καθοριζόμενο από τις συνθήκες επίτευξης της αριστείας.

Αυτό σημαίνει απαραίτητα πως το κράτος πρέπει να προσαρμόζει την επιβράβευση των αρίστων ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας με τον οποίο κατόρθωσαν να αριστεύσουν.

Σε πρώτη ματιά αυτό ίσως προκαλεί υποψία άνισης μεταχείρισης αλλά δεν είναι έτσι. Η αναλογική μεταχείριση δεν αποτελεί παραβίαση της αρχής της ισότητας. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η σύγκρουση του κοινωνικού κράτους από τη μία και του κράτους ως εργοδότη από την άλλη. Οι λειτουργίες του κράτους στην πρώτη έκφανσή του, δηλαδή η εξάλειψη της κοινωνικής αδικίας και των ανεπίτρεπτων ανισοτήτων, δεν μπορεί να επιτελεστεί στο πλαίσιο του δεύτερου ρόλου. Σκοπός του κράτους ως εργοδότη είναι να παρέχει δημόσιες υπηρεσίας με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο. Η ανταμοιβή του προσωπικού μπορεί να είναι ανάλογη μόνο των ικανοτήτων, ανεξάρτητα από το πώς αποκτήθηκαν, και των επιδόσεών του.

Η εξομάλυνση των ανισοτήτων, λοιπόν, πρέπει να γίνει σε προηγούμενο στάδιο. Το κράτος το οποίο φιλοδοξεί να προωθήσει την αριστεία πρέπει να μεριμνά ώστε να έχουν όλοι τις ίδιες ευκαιρίες πριν μπουν στην αγορά εργασίας. Φτάσαμε έτσι, μέσω διαφορετικής οδού και παρακολουθώντας στενά την δομή του επιχείρηματος περί αριστείας, στην επιταγή της κοινωνικής δικαιοσύνης.[1] Αυτήν την επιταγή οι εστέτ λαϊκιστές τείνουν να την αντιμετωπίζουν ως δευτερεύουσα ή και ολωσδιόλου ασήμαντη. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η επιβράβευση των αρίστων, όχι πώς έφτασαν οι άριστοι να είναι άριστοι. Αποδεικνύεται όμως πως δεν μπορούν να έχουν και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολοκληρη. Αριστεία και κοινωνική δικαιοσύνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και η δεύτερη προηγείται της πρώτης, έστω κι αν κάποιος θεωρεί πως μόνο η πρώτη κι όχι η δεύτερη είναι πολιτική αξία.

Υπάρχουν κι άλλα που μπορούν να ειπωθούν αλλά τα παραπάνω αρκούν για να αποκαλύψουν την έλλειψη συνοχής και συνέπειας στην επιχειρηματολογία περί αριστείας. Αυτό αποκαλύπτει δε και τον απώτερο στόχο των εστέτ λαϊκιστών. Ξέρουν πάρα πολύ καλά ποιοι είναι οι «άριστοι»· είναι όσοι είχαν ευκαιρίες οι οποίες δεν ήταν διαθέσιμες στους πολλούς, γιατί η σύγχρονη Ελλάδα δεν ήταν ποτέ κοινωνικά δίκαιο κράτος. Αυτό που θέλουν, λοιπόν, είναι η εμπέδωση και διαιώνιση κατεστημένων ανισοτήτων μεταμφιεσμένων ως διάκριση μεταξύ αρίστων και μετρίων. Ας βρουν τουλάχιστον το θάρρος να το παραδεχτούν.

[1] Στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήγαμε κι αν εξετάζαμε την ίδια την λογική του ανταγωνισμού αλλά ελλείψει χώρου το αφήνω αυτό κατά μέρος.

  • Το άρθρο αναρτήθηκε επίσης στην ιστοσελίδα του συγγραφέα.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button