Greek Reports (Ελληνικά)

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης και η Λάρνακα (1868-1875)

  • βιβλιοπαρουσίαση

Μίμης Σοφοκλέους, Το φως στον Βασίλη Μιχαηλίδη, Ανάμεσα στον διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό (Συναγωγή μελετών), Εκδόσεις «Αφή», Λεμεσός 2017 *

  • Εισήγηση κατά την παρουσίαση του βιβλίου στη Λάρνακα, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 29/3/18

Μόλις χειροτονήθηκε  Μητροπολίτης Κιτίου το 1868 ο Σχολάρχης της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας Κυπριανός Οικονομίδης  έφυγε για τη Λάρνακα παίρνοντας μαζί του τον έφηβο Βασίλη Μιχαηλίδη.

Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της Λάρνακας και οι επιρροές από τους λόγιους της περιοχής έστρεψαν το ενδιαφέρον του Μιχαηλίδη προς την ποίηση. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και δημιούργησε τα έργα του που γνωρίζουμε.

20180329_200433Διαμένει στη Λάρνακα μέχρι το 1875, με μια σύντομη διακοπή που επέστρεψε στη Λευκωσία για να συνεχίσει τα μαθήματα ζωγραφικής-αγιογραφίας με δάσκαλο κάποιον Χριστόδουλο και κατ’άλλους Χαράλαμπο, όπου γνωρίστηκε και με τον Γεώργιο Βιζυηνό, σπουδαστή τότε στο Σχολαρχείο Λευκωσίας.

Στο εκκλησιαστικό περιβάλλον της Μητρόπολης Κιτίου στη Λάρνακα είναι εξαρτημένος από τον μητροπολίτη θείο του και ζει αυστηρή ζωή. Αγιογραφεί εκκλησίες, όπως τη εκκλησία της Σωτήρας, κάνει προσωπογραφίες συγγενών, φίλων και γνωστών του και δείχνει ότι  θα ασχοληθεί μόνιμα με τη ζωγραφική.

Σημαντικά στοιχεία για τη ζωή του στην Μητρόπολη Κιτίου μας παραθέτει ο Φοίβος Σταυρίδης στο ιστολόγιό του.

“Μία δημοσιευμένη μαρτυρία του γεννημένου στη Λάρνακα ποιητή Δημήτρη Θ. Λιπέρτη, ο οποίος ζούσε τότε στην πόλη και γνώριζε προσωπικά τον Μιχαηλίδη, αναφέρει :

“Ο αείμνηστος Βασίλης, όστις, καθώς ξεύρετε, ήτο συγγενής του μακαρίτου Κυπριανού, ευρίσκετο μεταξύ άλλων Λευκονοιτζιατών εν τη Μητροπόλει Λάρνακος, υπηρετών ως οικονόμος ―κελλάρης. Μου φαίνεται ότι ο Μητροπολίτης δεν τον ηυνόει και πολύ, καθότι δεν είχε μεριμνήσει δεόντως περί της μορφώσεώς του, και τούτο ο Βασίλης, όστις πράγματι ήξιζεν όλους τους άλλους συγγενείς του Δεσπότη, το έφερεν, πάνυ δικαίως, πολύ βαρέως· τον ήκουσα κι εγώ παραπονούμενον. Τούτου ένεκα ηναγκάσθη να μεταβεί εις το εξωτερικόν προς εύρεσιν πόρου ζωής, και προς εκμάθησιν της ζωγραφικής, όθεν μετά καιρόν επέστρεψε πάσχων από ισχυράν ισχυαλγίαν.

Νομίζω ότι πρέπει να προσθέσω ότι πριν ή αναχωρήσει έγραψεν επί του τοίχου ενός δωματίου της Μητροπόλεως το κάτωθι ποίημα, και τούτο δια να πειράξει τον Μητροπολίτην Κυπριανόν, όστις, ως σας είπον, δεν τον είχεν περί πολλού :

Στ’ ανάκτορά σου, Άνασσα, να μεταβώ σκοπεύω

αιχμάλωτός σου να γινώ, διότι σε λατρεύω.

Δεν φαίνεται παράδοξον να γίν’ η θέλησίς σου,

αν είναι πεπρωμένον.

― Αλλά να θύσεις δι’ εμέ το έαρ της ζωής σου.

― Αχ! είν’ εδώ θαμμένον.»

Να αναφέρω εδω ότι αρκετές φορές ο Μιχαηλίδης έγραφε ή ζωγράφιζε στο γειτονικό σπίτι της Κοκονούς, της μάνας το Λιπέρτη.

Στην κοσμοπολίτικη  Λάρνακα της εποχής εκείνης γνωρίζεται με σημαντικούς και δραστήριους λόγιους. Με τον Θεόδουλο Κωνσταντινίδη, τον Θεμιστοκλή Θεοχαρίδη και τον γαλλομαθή  Γουσταύο Λαφφών, καθώς και με τον Χριστόδουλο Καρύδη, κατοπινό Δήμαρχο Λεμεσού, ο οποίος αργότερα τον βοήθησε όταν εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό.

Στην  αστική κοινωνία της ευρωπαϊκής τότε Λάρνακας  ο Μιχαηλίδης προσπαθεί να φαίνεται Ευρωπαίος, βγάζει τη βράκα και δημιουργεί διάφορες σχέσεις,  εισχωρεί στα κλειστά σαλόνια και  συμπεριφέρεται ως λόγιος.

Με παρότρυνση του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Θεόδουλου Κωνσταντινίδη ο Μιχαηλίδης δημοσίευσε τα πρώτα του έμμετρα κείμενα στον «Πυθαγόρα» της Σμύρνης το 1873,  με στιχουργήματα κι αινίγματα γραμμένα στην καθαρεύουσα, στη δημοτική και στο κυπριακό ιδίωμα, προδίδοντας το πρόβλημα της γλωσσικής του αβεβαιότητας

Ο Μιχαηλίδης δεν έφτασε ποτέ ως το γάμο. Ο ίδιος και ο  Γουσταύος Λαφφών εσχετίσθησαν με δυο αδελφές της οικογένειας Παρτζίλη, καθολικής οικογένειας φλωρεντινής καταγωγής. Ο έρωτας του Μιχαηλίδη με τη δεκαεξάχρονη Ευγενία  έμεινε ανολοκλήρωτος και ρομαντικός, αφήνοντας μόνο τρία ποιήματα του (“Το σίγαρον”, “Ο αποχωρισμός”, «Το αεράκι») . Κάποιοι υποστηρίζουν ότι και την «Ανεράδα» την έγραψε για την Ευγενία Παρτζίλη. Οι διαφορετικές  κοινωνικές τάξεις που ανήκαν δεν επέτρεπαν την ολοκλήρωση αυτου το ειδυλλίου.

Γράφει σε σχετικό δημοσίευμά του, το 1933, ο Αντώνης Κ. Ιντιάνος :

“Ο μακαρίτης Λουκής Πιερίδης σ’ ένα του γράμμα ημερομηνίας 31.5. 1929, σταλμένο σε μένα, γράφει σ’ απάντηση σχετικά μ’ ερωτήσεις μου απάνω στο τραγούδι [“Το σίγαρον”] πως στο σαλόνι του Μπαρτζίλι σύχναζαν ταχτικά όλοι οι διανοούμενοι και προύχοντες της εποχής καθώς και οι πρόξενοι των ξένων Δυνάμεων. Η κυρία Μπαρτζίλι, αδελφή του Ρισιάτ Mαττέη [Richard Mattei], του πλούσιου ιταλού χρηματιστή και βουλευτή, ενός από τους πρωτοδιορισθέντες βουλευτές πριν από το σύνταγμα του 1882, είχε τέσσερις θυγατέρες, την Eugenie, την Άδα ―που πήρε σε δεύτερο γάμο ο ποιητής Γουσταύος Λαφφών, τη Μαρή και την Ίρενα. Στο σπίτι τους σύχναζε κι ο Βασίλης που φαίνεται πως ερωτευόταν την πρώτη. Αυτή μια μέρα τύλιξε ένα σιγαρέτο που το πρόσφερε στον ποιητή κι η τέτοια περίσταση γέννησε τ΄ομώνυμο τραγούδι. Μερικοί άλλοι, όμως, με πληροφορούνε πως, μ’ όλον που το τραγούδι αυτό γράφτηκε για το σιγαρέτο που του πρόσφερε η Eugenie, ο ποιητής αγαπούσε την πιο μικρή, την Ίρενα, που πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία και που την αγαπούσε επίσης ο ποιητής Θεμιστοκλής Θεοχαρίδης”.

Το σίγαρον

Ώ δροσερόν μου σίγαρον, τις σ’ έδωκεν την δρόσον,

τις σ’ έδωκεν την δύναμιν και με δροσίζεις τόσον;

Μην έλαβες την δύναμιν εκ των κομψών δακτύλων,

οπόταν σε συνέθλιβον και σ’ έκαμναν στρογγύλον;

Την δρόσον μήπως σ’ έδωκε με ένα ασπασμόν της,

η γλώσσα, ήτις σ’ έβρεξε με το γλυκύ υγρόν της;

Μήπως κανένα μυστικόν σε είπε, και γνωρίζεις,

κι οπόταν με τα χείλη μου σε πίνω ψιθυρίζεις;

Ειπέ το, σίγαρόν μου, πριν ολοτελώς σε καύσω,

αν είν’ ωραίον να χαρώ, αν είν’ κακόν να κλαύσω!

Εν Λάρνακι 1875

Στα τελευταία δύο χρόνια της παραμονής του στη Λάρνακα ο Μιχαηλίδης περνά τη μεγαλύτερή του κρίση όσον αφορά την επαγγελματική του αποκατάσταση.  Συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να ζει στη Μητρόπολη παρασιτικά και κάτω από την σκιά του δεσπότη θείου του. Κάποιος καθολικός ιερέας τον παρωτρύνει να  μεταβεί στην Ιταλία για σπουδές στη ζωγραφική. Ζητά χρήματα  από το Δεσπότη ο οποίος  αρνείται γιατί δεν του φαίνεται σωστή ενέργεια επειδή ο Βασίλης Μιχαηλίδης δεν ήξερε την γλώσσα, και του έδωσε τα έξοδα μόνο για ένα ταξίδι.

Ο Μιχαηλίδης καταφέρνει να βρει χρήματα και φεύγει για την Ιταλία. Πολύ πιθανόν να τον ενίσχυσαν φίλοι του, όπως μαρτυρεί και με το ποίημα «Ο Ελεήμονας», χαρισμένο στον «φιλάνθρωπον Γ.Πούλιαν».  Έτσι κλείνει η σχέση του με την πόλη και τους ανθρώπους της Λάρνακας.

Για τους πίνακες του Βασίλη Μιχαηλίδη αναφέρω τα πιο κάτω.

  1. «Η Παναγία με το βρέφος», στο Ναό Σωτήρος, Λάρνακα , αντίγραφο από το ομώνυμο έργο του Ραφαήλ
  2. Προσωπογραφία του Μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανού Οικονομίδη (ανήκε σε ιδιωτική συλλογή και βρίσκεται στο Δημαρχείο Λεμεσού).
  3. Προσωπογραφία του ιερέα Μελέτιου Οικονόμου, που βρίσκεται στην Μονή Αγίου Γεωργίου Κοντού στη Λάρνακα.
  4. Δυό προσωπογραφίες που ανήκαν στην οικογένεια του προξένου της Αυστροουγγαρικής Αυτοκρατορίας στη Λάρνακα Giuseppe Pascotini και τώρα βρίσκονται στο Ίδρυμα Φοίβου Σταυρίδη-Αρχεία Λάρνακας. Μετά από πρόσφατη συντήρησή τους η πατρότητά τους τίθεται σε αμφισβήτηση ( είναι έργα της δεκαετίας του 1850).
  5. Εικάζεται ότι υπήρχε ακόμη μιά ΜΑΝΤΟΝΑ που κατείχε ο Χαράλαμπος Πατσίδης στη Λάρνακα, αλλά δεν έχει εντοπισθεί.
  6. Στο Τμήμα Αρχαιοτήτων στη Λευκωσία βρίσκεται έργο μολύβι σε χαρτί, αντίγραφο αναγεννησιακού έργου του 15ου αιώνα. Τίθεται σε αμφισβήτηση η αυθεντικότητά του.

Πληροφορίες έχουμε και για άλλα έργα του, αλλά το αφήνουμε στους ειδικούς ν’ασχοληθούν.

LimpourisΥπάρχει  οδός Βασίλη Μιχαηλίδη στη Λάρνακα, η οποία καταλήγει στη Μητρόπολη Κιτίου.

Κλείνοντας θέλω να σημειώσω ότι στην επέτειο των 60 χρόνων από το θάνατο του Βασίλη Μιχαηλίδη και στην 40ή του Δημήτρη Λιπέρτη, στο Δημητρίειο Πολιτιστικό Κέντρο στη Λάρνακα διοργανώθηκε μεγάλη εκδήλωση κατά την οποία μίλησε ο Γιάννης Κατσούρης, ακούστηκε μελωποιημένο απόσπασμα του Σόλωνα Μιχαηλίδη από την «9η Ιουλίου», το τραγούδι «το φιλί» του Δ.Λιπέρτη, μελωποιημένο από τον Κώστα Μιχαηλίδη σ’ εκτέλεση Πιερή Ζαρμά καθώς και ηχογραφημένα μηνύματα-αναμνήσεις από τους Άντη Περνάρη, Χρ.Κυρμίτση, Στ.Στυλιανίδη και Ν.Βωνιάτη.

Ο λαϊκός ποιητής Ανδρέας Μαππούρας απάγγειλε το ποίημα «Έθελα σήμερα να ζιούν».

ΛΟΥΗΣ ΠΕΡΕΝΤΟΣ-25.11.2017.

www.dali.org.cy

Αριστείδης Λ.Κουδουνάρης

Larnaka.wordpress.com ( Φοίβος Σταυρίδης).

«Οι θεμελιωτές-Εκατό Χρόνια Κυπριακής Τέχνης», σσ.12-15, Τώνια Γεωργίου Λοΐζου, έκδοση Δήμου Λάρνακας, Λάρνακα 2002.

«ΠΟΙΗΜΑΤΑ»,Βασίλη Μιχαηλίδη, Κύπρος 1972

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button