Greek Reports (Ελληνικά)

Σελίδες Ιστορίας

Μια μεγάλη ευκαιρία για την ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την Ελλάδα, που χάθηκε

Dinos Avgousti 2b studioΑσφαλώς δεν είναι δυνατόν μέσα σε λίγες γραμμές να εξηγηθεί και να γίνει κατανοητό από ένα απλό και άσχετο με την κυπριακή ιστορία αναγνώστη η διαιώνια αιματηρή πορεία των Ελλήνων της Κύπρου για ΕΝΩΣΗ με την πηγή του οικουμενικού και διαχρονικού πολιτισμού, την οδηγήτρια Μητέρα Ελλάδα.

Σήμερα θα περιοριστούμε σε γεγονότα που συνέβησαν στις αρχές του προηγούμενο αιώνα και κυρίως θα γίνει αναφορά σε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές αυτής της μεγάλης αιματηρής διαδρομής, για μια ευκαιρία που χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα, το 1915.

Όταν τον Σεπτέμβριο του 1907, ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ επισκέφθηκε την Αμμόχωστο, τη Λευκωσία, τη Λεμεσό και τη Λάρνακα, ως Υφυπουργός των Αποικιών, οι Κύπριοι τον υποδέχθηκαν με μια μόνο κραυγή, «ΕΝΩΣΙΣ». Τον πόθο τους αυτόν τον ετόνισαν με παρρησία και οι Δήμαρχοι των πόλεων στις προσφωνήσεις τους προς τον Άγγλο πολιτικό. Στο ίδιο πνεύμα ήσαν και οι προσφωνήσεις των Δημάρχων και των άλλων πόλεων. Από κάθε γωνία της κυπριακής γης έφθασαν τηλεγραφήματα στο γραφείο του Τσώρτσιλ υπέρ της ΕΝΩΣΗΣ. Σε επίσημη συνεδρίαση του Νομοθετικού Συμβουλίου οι Έλληνες αντιπρόσωποι επέδωσαν υπόμνημα εις τον Άγγλο Υφυπουργό συνταχθέν σε ειδική σύσκεψη στην Αρχιεπισκοπή.

Ο Τσώρτσιλ «σε προσφώνηση του προς τους Έλληνες Κυπρίους αντιπροσώπους, απέκλεισε οποιαδήποτε μεταπολίτευση, αλλά δήλω­σε: «Νομίζω ότι είναι απολύτως φυσικόν, εφ’ όσον ο Κυπριακός λαός είναι ελληνικής καταγωγής, να αποβλέπη εις την ένωσίν του μετά της χώρας εκείνης, η οποία δύναται να ονομασθή μητρική του χώρα, όπως εις εν περιπόθητον ιδανικόν» (Ανδρέα Βαρνάβα «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΟΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ. 1955-1959, σελ. 10). Η εντύπωση που απεκόμισε ο Τσώρτσιλ από την παλλαϊκή εκδήλωση υπέρ της ΕΝΩΣΗΣ κατά την «υποδοχή» του στην Κύπρο ήταν τέτοια, ώστε επιστρέφοντας εις την πατρίδα του, είπε εις τον Σερ Τζων Σταυρίδη: «Θα σου απαντήσω ελληνικά – Ζήτω η Ένωσις! Είναι τα μόνα Ελληνικά που έμαθα εις την Κύπρο».

Θα ακολουθήσουν Ενωτικές διακηρύξεις το 1907, το Ενωτικό δημοψήφισμα το 1910 που διενεργήθηκε σε πολλά χωριά και πόλεις και άλλα τέσσερα στη συνέχεια, το 1912, το 1917, το 1919 και το 1921. Στο  Δημοψήφισμα στις 25 Μαρτίου 1921 στο οποίο μετείχαν 500 χωριά, θα γεμίσουν 3 τόμοι με υπογραφές που θα παραδοθούν τόσο στον Βρετανό κυβερνήτη όσο και στον Έλληνα πρόξενο για να τα μεταβιβάσουν στις κυβερνήσεις τους.

Ποιά, όμως, είναι η μεγάλη ευκαιρία για ΕΝΩΣΗ, στην οποία γίνεται αναφορά στην αρχή του κειμένου μας, που χάθηκε; Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή: Στις 5 Νοεμβρίου 1914 (23 Οκτωβρίου στο παλαιό ημερολόγιο), με σχετικό βασιλικό «Διάταγμα εν Συμβουλίω» και προκήρυξη του Μεγάλου Αρμοστή, που τοιχοκολλήθηκαν σε κεντρικές τοποθεσίες των κυπριακών πόλεων, η Κύπρος προσαρτήθηκε στο αγγλικό στέμμα. Η οριστική προσάρτηση της Κύπρου από την Αγγλία, αναπτέρωσε τις ελπίδες των Ελλήνων της Κύπρου για την επίτευξη του εθνικού στόχου της Ένωσης, αφού έπαυσε πλέον να υφίσταται το προβαλλόμενο πάντα εμπόδιο της αγγλο-τουρκικής Συνθήκης του 1878. Άνω των 11 χιλιάδων Ελλήνων Κυπρίων κατατάχθηκαν στις γραμμές της βρετανικής βοηθητικής δύναμης και πολέμησαν στο πλευρό των συμμάχων. Κατ’ επανάληψη οι Έλληνες Βουλευτές του Νομοθετικού Κυπριακού Συμβουλίου υπέβαλαν πρόταση «περί εφαρμογής και εις την περίπτωσιν της Κύπρου της Αρχής των Εθνοτήτων», δηλ. της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Όμως η ενωμένη αγγλο-τουρκική αντίδραση στο Κυπριακό ψευδο-κοινοβούλιο απέρριπτε αυτές τις προτάσεις.

Γράφει ο Πέτρος Παπαπολυβίου: «Η προσάρτηση ήταν αναμενόμενη, ύστερα από τη συστράτευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη Γερμανία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εναντίον της Βρετανίας. Ακολούθησε η καταγγελία όλων των διμερών συνθηκών μεταξύ των δύο χωρών. Ανάμεσά τους και της “Κυπριακής Συνθήκης” του Ιουνίου 1878. Η προσάρτηση της Κύπρου “εις τας επικρατείας της Α. Μεγαλειότητος” έγινε με το πρόσχημα “ίνα πρέπουσα γένηται πρόνοια διά την διακυβέρνησιν και προστασίαν αυτής… ”. Η προσάρτηση χαρακτηρίστηκε ως «ο ύστατος και προσωρινός σταθμός ο άγων προς ταχείαν και οριστικήν αποκατάστασιν της πατρίδος ημών, τουτέστιν προς την ένωσιν αυτής μετά του ελευθέρου Ελληνικού Βασιλείου εις ο δικαιωματικώς ανήκει.

Η προσάρτηση κατέρριπτε το κυριότερο, μέχρι τότε,  προσχηματικό επιχείρημα του Υπουργείου Αποικιών εναντίον της ένωσης, δηλαδή την τουρκική “ιδιοκτησία” της Κύπρου, και η ελληνική πλευρά προσέβλεπε πλέον στη σύντομη διευθέτηση του ζητήματος. Στο γενικό κλίμα ευφορίας που επικράτησε, ακόμη και οι εκπρόσωποι των Τούρκων του νησιού έσπευσαν να δηλώσουν τη χαρά τους για τη νέα καθεστωτική πραγματικότητα, εκφράζοντας και αυτοί τη νομιμοφροσύνη τους στον Άγγλο βασιλιά (Πέτρος Παπαπολυβίου, «Εκατό χρόνια από την προσάρτηση στη Βρετανία», εφημερίδα «Φιλελεύθερος», 06-12-2014).

Πολλοί ιστορικοί θεωρούν το 1915, ως πραγματικό έτος ενταφιασμού της Μεγάλης Ιδέας για την Ελλάδα. Τότε, δόθηκαν οι ευκαιρίες στην Ελλάδα να μεγαλώσει με αντάλλαγμα την είσοδό της στον Πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία), εναντίον των Γερμανών, των Τούρκων και των Βούλγαρων. Η Αντάντ για να εντάξει την Ελλάδα στην συμμαχία, της υποσχέθηκε να τη μετατρέψει σε κράτος των δύο ηπείρων και 5 θαλασσών. Μεταξύ των τμημάτων που προσέφεραν οι Βρετανοί τον Οκτώβριο του 1915 στην κυβέρνηση Ζαΐμη ήταν και η Κύπρος! Η Αθήνα δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή λόγω της διαφορετικής γνώμης και στάσης που είχε ο τότε γερμανόφιλος βασιλιάς Κωνσταντίνος! Αργότερα η Ελλάδα αναγκάστηκε να βγει στον πόλεμο παρά το πλευρό των «συμμάχων»! Η ευκαιρία όμως για ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα, χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα!

Υστερόγραφο: Στις 10 Οκτωβρίου 1921, με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης συγκαλείται «Παγκύπρια Συνέλευσις» στη Λευκωσία, όπου οι Αντιπρόσωποι διεκήρυξαν ότι: «Η αξίωση του Κυπριακού λαού είναι μια μόνη και αναλλοίωτος – η Ένωσις μετά της Ελλάδος …

Με την άνοδο στην εξουσία, στα 1924, των Εργατικών οι Κύπριοι ήλπιζαν ότι θα εφαρμοσθεί πλέον εκ μέρους του Εργατικού κόμματος η Αρχή των Εθνοτήτων και γι΄ αυτούς, όπως είχε δηλώσει ο Μακ Δόναλντ, στα 1919, στο Σοσιαλιστικό Συνέδριο της Βέρνης. Δράττοντες δε την ευκαιρία απέστειλαν μέσω του Αρχιεπισκόπου υπόμνημα, στο οποίο τόνιζαν «την ομόφωνον θέλησίν των να ενωθούν με την Ελλάδα, με την οποίαν τους συνδέουν δεσμοί αίματος, θρησκείας, γλώσσας, ιστορίας, παραδόσεων, αυτή αύτη η εθνική τους συνείδησις». Απέστειλαν μάλιστα και Πρεσβεία στο Λονδίνο, για να αναπτύξει και προφορικά το πόθο τους και τα παράπονά τους. Οι ελπίδες τους και πάλιν διεψεύσθησαν….  Όπως διαψεύσθηκαν και όλες οι προσπάθειες που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια έως τον ένοπλο ενωτικό-αντιαποικιακό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959 …

  • Μικρό απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο μου.

Επίκουρος καθηγητής στο Τ.Ε.Ι. Λάρισας

Από το Μονάγρι Λεμεσού – a.avgoustis@hotmail.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button