Ένα «όχι» που υπερασπίζεται την ειρήνη και τη Δημοκρατία
Το Σχέδιο Ανάν δεν αποκαθιστά την Κυπριακή Δημοκρατία ούτε δημιουργεί ένα πραγματικά ενιαίο και λειτουργικό κράτος.
Μετατρέπει τις συνέπειες της εισβολής, της κατοχής και του βίαιου διαχωρισμού σε μόνιμη συνταγματική τάξη.
Η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί νομιμοποιώντας όσα δημιούργησε η βία.

Σε λίγες μέρες ο κυπριακός λαός καλείται να αποφασίσει για ένα κείμενο που θα καθορίσει όχι μόνο τη δική μας ζωή, αλλά και τη ζωή των επόμενων γενεών.
Η απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί κάτω από το βάρος εκβιαστικών διλημμάτων, συναισθηματικών πιέσεων ή της φοβίας ότι οποιαδήποτε απόρριψη θα παρουσιαστεί ως απόρριψη της ειρήνης.
Η ειρήνη δεν είναι ένα έγγραφο που υπογράφεται βιαστικά. Είναι μια διαρκής κατάσταση ασφάλειας, ελευθερίας, δικαιοσύνης και σεβασμού των δικαιωμάτων όλων των πολιτών.
Το Σχέδιο Ανάν δεν πρέπει να απορριφθεί επειδή επιθυμούμε τη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης.
Πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν τερματίζει πραγματικά τη κατοχή και διαίρεση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τη θεσμοθετεί.
Δεν πρόκειται για πραγματικά ενιαίο κράτος
Το προτεινόμενο μόρφωμα θα ονομάζεται «Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία», όμως η ονομασία δεν μπορεί να αποκρύψει την ουσία.
Το Σχέδιο προβλέπει δυο ισχυρά συνιστώντα κράτη, με χωριστές κυβερνήσεις, κοινοβούλια, διοικήσεις και σημαντικές αρμοδιότητες. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα διαθέτει περιορισμένες εξουσίες, ενώ η λειτουργία της θα εξαρτάται από περίπλοκες ισορροπίες και υποχρεωτικές εθνοτικές πλειοψηφίες.
Η εκτελεστική εξουσία δεν θα στηρίζεται στη δημοκρατική αρχή ότι κάθε πολίτης έχει ίση πολιτική βαρύτητα. Η Προεδρία και η Αντιπροεδρία θα εναλλάσσονται ανάμεσα στις δυο κοινότητες, ενώ τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα προέρχεται από την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Στη Γερουσία οι δυο κοινότητες θα εκπροσωπούνται ισότιμα, ανεξάρτητα από το μέγεθος του πληθυσμού τους.
Η προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι αναγκαία και αδιαπραγμάτευτη.
Άλλο όμως η ουσιαστική προστασία μιας κοινότητας και άλλο η μόνιμη αριθμητική εξίσωση δυο πληθυσμών πολύ διαφορετικού μεγέθους σε όλα σχεδόν τα κρίσιμα όργανα του κράτους.
Η δημοκρατία απαιτεί ισότητα των πολιτών, όχι μαθηματική εξίσωση εθνοτικών ομάδων.
Ένα πολίτευμα που οργανώνεται γύρω από την καταγωγή, τη μητρική γλώσσα και την κοινοτική ταυτότητα δεν βοηθά τους πολίτες να υπερβούν τον διαχωρισμό. Τους υποχρεώνει να παραμένουν πολιτικά διαχωρισμένοι.
Ο πολίτης υποχωρεί μπροστά στην κοινότητα
Σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, ο πολίτης πρέπει να συμμετέχει στην πολιτική ζωή ως ελεύθερο άτομο.
Στο προτεινόμενο σύστημα, η πολιτική του υπόσταση θα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την κοινοτική του προέλευση και από το συνιστών κράτος στο οποίο θα ανήκει.
Αντί να οικοδομήσουμε μια κοινή κυπριακή πολιτική ταυτότητα, θεμελιώνουμε ένα σύστημα όπου σχεδόν κάθε σημαντική απόφαση θα περνά μέσα από δυο χωριστές εθνοτικές βουλήσεις.
Το αποτέλεσμα δεν θα είναι η απελευθέρωση και η επανένωση.
Θα είναι η συνύπαρξη δυο χωριστών πολιτικών οντοτήτων κάτω από μια αδύναμη κεντρική οροφή.
Ένα πραγματικά ενιαίο κράτος μπορεί να αναγνωρίζει την ιστορία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό κάθε κοινότητας. Μπορεί να κατοχυρώνει ευρεία τοπική αυτοδιοίκηση και αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας των μειονοτήτων.
Δεν χρειάζεται όμως να διαιρεί μόνιμα την επικράτεια, την κυριαρχία και τον λαό του στη βάση της εθνικής καταγωγής.
Ο κίνδυνος θεσμικής παράλυσης
Οι περίπλοκοι μηχανισμοί συναπόφασης και τα εκτεταμένα δικαιώματα αρνησικυρίας μπορεί να καταστήσουν τη λειτουργία του κράτους εξαιρετικά δύσκολη.
Σε περίπτωση αδιεξόδου, καθοριστικό ρόλο θα αναλαμβάνουν δικαστές που δεν θα προέρχονται από την Κύπρο.
Η ανάγκη συμμετοχής ξένων δικαστών προβάλλεται ως ουδέτερος μηχανισμός επίλυσης διαφορών. Στην πράξη όμως αποκαλύπτει ότι το ίδιο το σύστημα δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς που δημιουργεί.
Ένα βιώσιμο κράτος δεν μπορεί να εξαρτά τη λειτουργία του από τη διαρκή διαιτησία τρίτων.
Δεν μπορεί κάθε πολιτική διαφωνία να μετατρέπεται σε σύγκρουση ανάμεσα σε δυο κοινότητες και κάθε αδιέξοδο να παραπέμπεται σε ξένους αξιωματούχους.
Η πολιτική ζωή πρέπει να οργανώνεται με βάση ιδέες, κοινωνικές ανάγκες, προγράμματα και δημοκρατικές πλειοψηφίες.
Όχι με βάση δυο μόνιμα και αντίπαλα εθνικά στρατόπεδα.
Η κατοχή δεν τερματίζεται ουσιαστικά
Μια συμφωνία που φιλοδοξεί να αποκαταστήσει την ειρήνη οφείλει να προβλέπει σαφή, αξιόπιστη και πλήρη αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων.
Το Σχέδιο Ανάν επιτρέπει την παραμονή τουρκικών στρατευμάτων για απροσδιόριστο χρονικό ορίζοντα και διατηρεί το σύστημα των εγγυήσεων του 1960. Η Τουρκία θα εξακολουθεί να είναι εγγυήτρια δύναμη, παρά το γεγονός ότι η ίδια επικαλέστηκε αυτό το καθεστώς για τη στρατιωτική επέμβαση του 1974. Η συνέχιση αυτών των εγγυητικών και επεμβατικών δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε ακόμη και από μεταγενέστερη βρετανική κοινοβουλευτική εξέταση ως μια από τις βασικές αιτίες της ανασφάλειας των Ελληνοκυπρίων.
Δεν μπορεί να ονομάζεται ανεξάρτητο ένα κράτος στο οποίο μια τρίτη χώρα διατηρεί στρατεύματα και ιδιαίτερα επεμβατικά δικαιώματα.
Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή συμφιλίωση όσο η μια κοινότητα αισθάνεται ότι βρίσκεται υπό τη στρατιωτική προστασία μιας ξένης δύναμης και η άλλη ότι ζει κάτω από τη μόνιμη απειλή της.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να είναι ένα πλήρως κυρίαρχο και αποστρατιωτικοποιημένο κράτος.
Χωρίς ξένους στρατούς.
Χωρίς μονομερή επεμβατικά δικαιώματα.
Χωρίς κηδεμόνες.
Οι πρόσφυγες δεν αποκαθίστανται ισότιμα
Το δικαίωμα επιστροφής δεν αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
Υποβάλλεται σε ποσοστώσεις, χρονοδιαγράμματα, ηλικιακούς περιορισμούς και πληθυσμιακά όρια.
Σε αρκετές περιοχές, η επιστροφή των νόμιμων κατοίκων θα επιτρέπεται μόνο σταδιακά και σε τόσο μικρά ποσοστά ώστε να μην μπορούν να ανασυστήσουν βιώσιμες κοινότητες. Για συγκεκριμένα χωριά προβλέπονται περιορισμοί της τάξης του 6%, του 12% και του 18% σε διαδοχικές χρονικές περιόδους.
Ένας πρόσφυγας δεν επιστρέφει πραγματικά όταν του επιτρέπεται απλώς να διαμένει ως περιορισμένη μειονότητα στον τόπο όπου γεννήθηκε.
Δεν επιστρέφει όταν δεν μπορεί να συμμετέχει ισότιμα στην τοπική πολιτική και κοινωνική ζωή.
Δεν επιστρέφει όταν το δικαίωμα του εξαρτάται από το αν η παρουσία του μεταβάλλει την επιθυμητή εθνοτική πλειοψηφία μιας περιοχής.
Η διζωνικότητα, όπως εφαρμόζεται στο Σχέδιο, δεν περιορίζεται στη διοικητική αυτονομία.
Μετατρέπεται σε μηχανισμό διατήρησης δυο χωριστών πληθυσμιακών πλειοψηφιών.
Αυτό σημαίνει ότι η ελευθερία εγκατάστασης και η πλήρης πολιτική ισότητα υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη διατήρησης εθνοτικών ζωνών.
Το περιουσιακό μεταφέρει το κόστος στα θύματα
Το Σχέδιο δεν αποκαθιστά απλά την ιδιοκτησία στους νόμιμους ιδιοκτήτες.
Δημιουργεί έναν σύνθετο μηχανισμό ανταλλαγής, αποζημίωσης και περιορισμένης αποκατάστασης.
Πολλοί ιδιοκτήτες θα υποχρεωθούν να αποδεχθούν αποζημίωση αντί επιστροφής της περιουσίας τους. Παράλληλα, σημαντικό μέρος του οικονομικού κόστους θα βαρύνει το νέο κυπριακό κράτος και επομένως κυρίως τους ίδιους τους Κυπρίους φορολογουμένους.
Η ίδια η βρετανική κοινοβουλευτική έκθεση κατέγραψε την ανησυχία ότι οι Ελληνοκύπριοι θα αναλάμβαναν μεγάλο μέρος του κόστους των αποζημιώσεων, της ανοικοδόμησης και της χρηματοδότησης του ομοσπονδιακού κράτους.
Με αυτό τον τρόπο, ο πρόσφυγας κινδυνεύει να κληθεί να χρηματοδοτήσει ο ίδιος την απώλεια της περιουσίας του.
Η Τουρκία, η οποία έχει τον ουσιαστικό έλεγχο των κατεχομένων από το 1974, δεν αναλαμβάνει ανάλογη οικονομική και νομική ευθύνη.
Αυτό δεν συνιστά αποκατάσταση της δικαιοσύνης.
Συνιστά μεταφορά του κόστους από εκείνον που προκάλεσε την παρανομία σε εκείνους που υπέστησαν τις συνέπειες της.
Οι εκκρεμείς δικαστικές διεκδικήσεις αποδυναμώνονται
Το Σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία νέων εσωτερικών μηχανισμών για την αντιμετώπιση των περιουσιακών διαφορών και την υποβολή αιτήματος διαγραφής εκκρεμών υποθέσεων που σχετίζονται με τις επηρεαζόμενες περιουσίες ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Αυτό δημιουργεί εύλογη ανησυχία.
Οι πολίτες καλούνται να εγκαταλείψουν ή να περιορίσουν ένδικα μέσα τα οποία βασίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πριν ακόμη αποδειχθεί ότι οι νέοι μηχανισμοί θα λειτουργήσουν αποτελεσματικά.
Η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου θα έπρεπε να ενισχύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Όχι να τα υποτάξει σε μόνιμες εξαιρέσεις που απαιτούνται για τη διατήρηση ενός εθνοτικά διαχωρισμένου συστήματος.
Ο εποικισμός νομιμοποιείται σε σημαντικό βαθμό
Η μεταφορά πληθυσμού από την Τουρκία προς τα κατεχόμενα δεν αποτελεί μια απλή μεταναστευτική διαδικασία.
Επηρεάζει τη δημογραφική σύνθεση της Κύπρου, τα δικαιώματα των προσφύγων και την ίδια την πολιτική βούληση της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Το Σχέδιο επιτρέπει σε σημαντικό αριθμό εποίκων να αποκτήσει την ιθαγένεια ή δικαίωμα μόνιμης παραμονής. Οι ακριβείς αριθμοί υπήρξαν αντικείμενο έντονης διαφωνίας, όμως ακόμη και οι επίσημες περιγραφές αναγνώριζαν ότι δεκάδες χιλιάδες πρόσωπα τουρκικής καταγωγής θα μπορούσαν να παραμείνουν.
Η ανθρωπιστική αντιμετώπιση των ανθρώπων που δημιούργησαν οικογένειες και έζησαν για χρόνια στην Κύπρο είναι αναγκαία.
Δεν μπορεί όμως η ανάγκη ανθρωπισμού να μετατρέπεται σε γενική νομιμοποίηση μιας πολιτικής δημογραφικής αλλοίωσης.
Ιδιαίτερα όταν οι συνέπειες της πολιτικής αυτής επηρεάζουν τόσο τους Ελληνοκυπρίους πρόσφυγες όσο και την ίδια την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Οι παραχωρήσεις είναι άμεσες, η αποκατάσταση μελλοντική
Με την έγκριση του Σχεδίου, η Κυπριακή Δημοκρατία θα μετασχηματιστεί αμέσως και αμετάκλητα.
Η κρατική της δομή, το Σύνταγμα, η διοίκηση και οι διεθνείς της δεσμεύσεις θα αλλάξουν από την πρώτη μέρα.
Αντίθετα, η επιστροφή εδαφών, η αποχώρηση στρατευμάτων, η επιστροφή προσφύγων και η εφαρμογή των περιουσιακών ρυθμίσεων θα εξαρτώνται από πολυετή χρονοδιαγράμματα και από την καλή πίστη των εμπλεκομένων.
Δηλαδή η δική μας πλευρά καλείται να εκπληρώσει αμέσως τη βασική και αμετάκλητη υποχρέωση της.
Η άλλη πλευρά θα εκπληρώνει σταδιακά τις δικές της δεσμεύσεις.
Χωρίς έναν απολύτως αξιόπιστο μηχανισμό επιβολής.
Χωρίς σαφείς και αυτόματες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης.
Η εμπειρία της Κύπρου δεν επιτρέπει να στηρίξουμε την ασφάλεια και την επιβίωση μας μόνο σε υποσχέσεις.
Το Σχέδιο είναι υπερβολικά εκτεταμένο για μια τόσο σύντομη απόφαση
Οι πολίτες καλούνται μέσα σε λίγες εβδομάδες να αποφασίσουν για ένα σύνολο χιλιάδων σελίδων.
Η τελική μορφή παρουσιάστηκε στις 31 Μαρτίου 2004. Περιλαμβάνει το ιδρυτικό κείμενο, δυο συντάγματα συνιστώντων κρατών, ομοσπονδιακούς νόμους, διεθνείς συνθήκες, περιουσιακές ρυθμίσεις και ειδικές προσαρμογές για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι τεχνικές εργασίες αφορούσαν περίπου 9.000 σελίδες και περισσότερες από χίλιες διεθνείς συνθήκες και πράξεις.
Μια τέτοια απόφαση δεν είναι δυνατόν να ληφθεί με συνθήματα.
Δεν αρκεί να ειπωθεί ότι το Σχέδιο αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία ή ότι η απόρριψη του θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη διχοτόμηση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το κράτος που προτείνεται μπορεί να λειτουργήσει, να προστατεύσει τους πολίτες του και να αντέξει στον χρόνο.
Ένα μη λειτουργικό κράτος δεν θα ενώσει την Κύπρο.
Θα δημιουργήσει νέες κρίσεις, νέα αδιέξοδα και νέες εξαρτήσεις από εξωτερικές δυνάμεις.
Υπάρχει άλλη δημοκρατική κατεύθυνση
Η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν δεν πρέπει να αποτελέσει επιστροφή στην αδράνεια.
Οφείλει να συνοδευτεί από μια καθαρή, θετική και δημοκρατική πρόταση.
Ένα ενιαίο κυπριακό κράτος.
Μια κυριαρχία.
Μια διεθνής προσωπικότητα.
Μια ιθαγένεια.
Ένα Σύνταγμα που θα κατοχυρώνει την απόλυτη ισότητα όλων των πολιτών απέναντι στον νόμο.
Ένα κράτος χωρίς εθνοτικές ζώνες και χωρίς μόνιμες πληθυσμιακές ποσοστώσεις.
Η τουρκοκυπριακή κοινότητα πρέπει να διαθέτει πλήρη πολιτιστική, γλωσσική και θρησκευτική προστασία, ουσιαστική συμμετοχή στους θεσμούς, ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση και αποτελεσματικούς μηχανισμούς αποτροπής κάθε μορφής διάκρισης ή αυθαιρεσίας.
Η ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων δεν πρέπει να εξαρτάται από την Τουρκία.
Η ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων δεν πρέπει να εξαρτάται από την Ελλάδα.
Πρέπει να εξαρτάται από το Σύνταγμα, το κράτος δικαίου, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την κοινή δημοκρατική μας συνείδηση.
Το ενιαίο κράτος δεν σημαίνει επιστροφή στις αποτυχίες ή στις αδικίες του παρελθόντος.
Σημαίνει δημιουργία ενός νέου δημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου, στο οποίο κανένας πολίτης δεν θα κυριαρχεί και κανένας πολίτης δεν θα υποτάσσεται λόγω της καταγωγής του.
Το «όχι» δεν είναι άρνηση της ειρήνης
Η απόρριψη ενός συγκεκριμένου σχεδίου δεν αποτελεί απόρριψη της συμφιλίωσης.
Δεν αποτελεί απόρριψη των Τουρκοκυπρίων συμπατριωτών μας.
Δεν αποτελεί επιλογή της διχοτόμησης.
Αποτελεί άρνηση να μετατρέψουμε τη στρατιωτική και πληθυσμιακή πραγματικότητα που επέβαλε το 1974 σε μόνιμη συνταγματική αρχή.
Η ειρήνη απαιτεί συμβιβασμούς.
Δεν απαιτεί όμως την κατάργηση της δημοκρατικής ισότητας, την παραίτηση από θεμελιώδη δικαιώματα ή την αποδοχή ξένων στρατευμάτων και επεμβατικών δικαιωμάτων χωρίς σαφές τέλος.
Η Κύπρος εισέρχεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ευρωπαϊκή ένταξη δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να νομιμοποιήσει μόνιμες εξαιρέσεις από τις αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για ένα σύγχρονο, ενιαίο, δημοκρατικό και πραγματικά ανεξάρτητο κράτος.
Η απόφαση της 24ης Απριλίου δεν είναι επιλογή ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο.
Είναι επιλογή ανάμεσα σε μια βιαστική διευθέτηση που παγιώνει τον διαχωρισμό και σε μια νέα προσπάθεια για λύση δικαιότερη, λειτουργικότερη και πραγματικά ευρωπαϊκή.
Το «όχι» στο Σχέδιο Ανάν μπορεί και πρέπει να είναι ένα μεγάλο «ναι».
Ναι στην ειρήνη.
Ναι στη συμφιλίωση.
Ναι στην επιστροφή και στην αποκατάσταση των δικαιωμάτων.
Ναι στην πλήρη αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων.
Ναι στη συνύπαρξη Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ως ισότιμων πολιτών.
Ναι σε μια ελεύθερη, ενιαία και δημοκρατική Κυπριακή Δημοκρατία.
- Ο Ντίνος Τουμάζος είναι συνιδρυτής και εκτελεστικός διευθυντής της Agora Dialogue.